Παρασκευή 3 Αυγούστου 2018

25 Φεβρουαρίου 2014, καὶ ὥρα 8:24.
~~
..Ἀρχαῖοι Ἕλληνες Λυρικοὶ Ποιητές.



Σαπφώ: ἀρχαῖο κείμενο καὶ μετάφραση τοῦ ποιήματος
ποὺ βρέθηκε πρόσφατα.

ἀλλ’ ἄϊ θρύληϲθα Χάραξον ἔλθην
νᾶϊ ϲὺµ πλέαι· τὰ µέν̣, οἴο̣µα̣ι, Ζεῦϲ
οἶδε ϲύµπαντέϲ τε θέοι· ϲὲ δ’̣ οὐ χρῆ
ταῦτα νόειϲθαι,

ἀλλὰ καὶ πέµπην ἔµε καὶ κέλ⟦η⟧`ε΄ϲθαι
πόλλα λί̣ϲϲεϲθαι̣ βαϲί̣λ̣η̣αν Ἤ̣ραν
ἐξίκεϲθαι τυίδε ϲάαν ἄγοντα
νᾶα Χάραξον,

κἄµµ’ ἐπεύρην ἀρτ̣έ̣µεαϲ· τὰ δ’ ἄλλα
πάντα δαιµόνεϲϲ̣ιν ἐπι̣τ̣ρόπωµεν·
εὐδίαι̣ γ̣ὰρ̣ ἐκ µεγάλαν ἀήτα̣ν̣
αἶψα πέ̣λ̣ο̣νται·

τῶν κε βόλληται βαϲίλευϲ Ὀλύµπω
δαίµον’ ἐκ πόνων ἐπάρ{η}`ω΄γον ἤδη
περτρόπην, κῆνοι µ̣άκαρεϲ πέλονται
καὶ πολύολβοι.

κ̣ἄµµεϲ, αἴ κε τὰν κεφάλα̣ν ἀέργ̣η
Λάρι̣χοϲ καὶ δήποτ’ ἄνη̣ρ γένηται,
καὶ µάλ’ ἐκ πόλλ⟦η⟧`αν΄ βαρ̣υθύ̣µιάν̣ κεν
αἶψα λύθειµεν.
====
Ὅλο φλυαρεῖς ὅμως ὅτι ὁ Χάραξος θά 'ρθει
μὲ γεμάτο τὸ καράβι. Αὐτὸ θαρρῶ ὁ Δίας
τὸ ξέρει κι' οἱ θεοὶ ὅλοι. Ἐσύ, αὐτὸ
μὴν τὸ στοχάζεσαι καθόλου,

μὰ νὰ στέλνεις καὶ νὰ μὲ παρακαλᾶς
τὴν Ἥρα τὴν βασίλισσα θερμὰ νὰ ἱκετεύω
ὁ Χάραξος ἐδῶ νὰ φθάσει,
τὸ πλοῖο σου φέρνοντας,

καὶ νὰ μᾶς βρεῖ καλά. Ὅλα τ' ἆλλα
στοὺς θεοὺς ἄς τ' ἀφήσουμε.
Γοργὰ ἡ νηνεμία ἔρχεται
μετὰ ἀπὸ ἀνέμου φύσημα μεγάλο.

Ἄν ὁ βασιληὰς τοῦ Ὀλύμπου θέλει,
ἤδη θεὸ βοηθὸ στὰ βάσανά τους
ἔστειλε κι' αὐτοὶ εὐλογημένοι
καὶ τρισόλβιοι θά 'ναι.

Ἐμεῖς, σὰν μεγαλώσει
ὁ Λάριχος καὶ γίνει ἐπιτέλους ἄντρας,
ἀπὸ πολὺ βαρειὰ ἀθυμία
γρήγορα θ' ἀπαλλαγοῦμε.
~~
Σημείωση:
* Ἡ ὁριστική ἔκδοση τοῦ κειμένου θὰ παρουσιαστεῖ τὴν ἄνοιξη στὸ Zeitschrift für Papyrologie und Epigraphik.]
* Ἀπὸ τὸν Ἡρόδοτο (2.135) γνωρίζουμε γιὰ ἕνα ποίημα τῆς Σαπφοῦς, ὅπου μιλοῦσε αὐστηρὰ στὸν ἀδελφό της Χάραξο ἤ στὴν ἐρωμένη του.
Ὁ Χάραξος ἦταν ἔμπορος κρασιῶν. Ταξειδεύοντας στὴν Αἴγυπτο, ἐρωτεύτηκε μιὰν ἑταίρα, δούλη στὴ Ναύκρατη, καὶ πλήρωσε μεγάλο ποσὸ νὰ τὴν ἐξαγοράσει. Ὁ Χάραξος ἀδιαφόρισε γιὰ ὅλες τὶς ἐπιφυλάξεις τῆς ἀδελφῆς του καὶ ἐπέστρεψε στὴ θάλασσα (Ὀβίδιος, Her. 16.63-70, 117-120). Πολλοὶ φιλόλογοι ἀμφισβητοῦν τὴν ὕπαρξη τοῦ Χάραξου καὶ τῆς ἐρωμένης του Δωρίχας (Ποσείδιππος, 3ος αἰώνας π.Χ. απ. 17 Gow-Page = 122 Austin-Bastianini), ἤ Ροδώπιδος (Ἡρόδοτος). Ὁ νέος πάπυρος φαίνεται νὰ ἐπιβεβαιώνει τὴν ὕπαρξη τοῦ Χάραξου (ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀδελφου τους, τοῦ Λάριχου).
* Ἡ μετάφρασις ἄς θεωρηθεῖ Ἀνωνύμου,
ἀναμένοντας τὸ ὁριστικὸ κείμενο.




12 Σεπτεμβρίου 2014, καὶ ὥρα 8:50. 
 
Ὅταν...
(Κλινοσοφιστεῖες καὶ ὄχι μόνον
Δημοσίευση ἀπὸ ΚΛΙΝΟΣΟΦΙΣΤΗΣ, Τρί. 12 Αὐγ
ούστου 2008, καὶ ὥρα 12:44)

...ἔβαλα τὸ πρῶτο μου μήνυμα στὸ Φόρουμ.γκρ
(- ἔχουν ἀκολουθήσει... 22.214/5 μηνύματα ἀπὸ τότε - ),

εἶχα ἤδη ἀποφασίσει
νὰ ξεκόψω ἀπό:
* κάθε ἐκδότη βιβλίων (μολονότι μερικοὺς τοὺς ἐκτιμῶ πάντοτε),
* κάθε ἐκδότη ἐφημερίδας,
* κάθε ἐκδότη λογοτεχνικοῦ ἤ ἄλλου περιοδικοῦ,
ὁριστικὰ καὶ ἀμετάκλητα.

Τὸ 2008 ἀποφάσισα καὶ νὰ μὴν ξαναδουλέψω ἀκόμα κι' ἄν κινδυνεύω νὰ πεθάνω τῆς πείνας στὸν δρόμο,
ὅπως βλέπω καὶ φρίττω κάθε μέρα ἄλλους νὰ πεθαίνουν, ἐδῶ, στὴν
ἱστορικώτερη πρωτεύουσα τῆς Ἀνθρωπότητας,
τὸ
κάποτε κλεινὸν ἄστυ τῶν Ἀθηνῶν.

Ἔχω δουλέψει τριπλάσια ἀπὸ κάθε ἆλλον...
ἔχω φάει χαστούκια καὶ τρικλοποδιὲς ποὺ δὲν τὰ βάζει ὁ νοῦς ὁ πιὸ διεστραμένος...
δικαιοῦμαι συνεπῶς νὰ τελευτήσω γαλήνιος,
μὲ τὶς γάτες μου,
μὲ τὰ πουλάκια μου,
μὲ τὸ νὰ μ' ἀγαποῦν οἱ μαγαζάτορες γιατί πληρώνω ἁπλόχερα σὰν νἄμουν πάμπλουτος,
μὲ τὸ νὰ πετῶ περπατῶντας ἔχοντας ψηλὰ τὸ κεφάλι.

Συγγνώμη, δὲν γράφω ποίημα, οὔτε προσποιοῦμαι κάτι.
Οὔτε κομπάζω.
Τὴν πονεμένη μου ἀλήθεια, ποὺ κατόρθωσα νὰ τὴν κοροϊδεύω, λέω.

Γιὰ νὰ καταλήξω:
Θερμὴ παράκλησις:
μὴ μοῦ ζητᾶτε νὰ συμμετάσχω σὲ δραστηριότητες
ἐκτὸς
Φόρουμ.γκρ
Ποιητικῆς Γωνιᾶς.
Μόνον στὸ διαδίκτυο, δηλαδή, θὰ μὲ βρίσκετε,
ὅπου
δὲν πληρώνομαι,
ὅπου
καταθέτω,
ὅπου
κάποια μέρα θὰ πάψει ἡ παρουσία μου νὰ ὑπάρχει,
γιατ
ί,
...ἔ, δὲν καταλαβαίνετε; Εἶμαι κανένας ἀθάνατος;

Κάθε στιγμὴ
ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΑΙ
στὸ γνῶθι ἐμαυτόν.
λλον θὰ θάψετε κι' λλον... θὰ νομίζετε ὅτι, ἐπιτέλους, θάψατε. Καλλίτερα ὅμως ἔτσι.

============
* Τὸ μήνυμα ὑπάρχει ἤδη σήμερα καὶ στό: Re: Φτού! Ἔ, ὄχι, τέτοια κακή μέρα, σήμερα!... Τί ἔφταιξα;...


04 Φεβρουαρίου 2014, καὶ ὥρα 10:46.
~~
Ἀναμένεται στὸ Λαϊκὸ Πανεπιστήμιο τὸ τελευταῖο μάθημα περὶ τῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων Λυρικῶν.
Θὰ ἀφορᾶ τὴν Σαπφώ.
Ἐδῶ, ἔχουν δημοσιευθεῖ ἤδη, ἀπὸ ἐμένα, πολλαπλάσια κείμενα μὲ τὶς μεταφράσεις τους - καὶ θὰ
συνεχίσουμε. (Θὰ χρησιμοποιήσω κι'
λλες ἐκδόσεις).
Ὡστόσο, τιμητικ
ά, ἐπιθυμῶ τὸ σημερινό, καθὼς δὲν ὑπάρχει ἄλλωστε στὴν σχολικὴ ἔκδοση ποὺ
διαθέτω, νὰ εἶναι σὲ μετάφραση
τῆς
Δρος κας Χρύσας Ἀλεξοπούλου.
~~
Ἀρχαῖοι Ἕλληνες Λυρικοὶ Ποιητές.

39ον.

Σαπφώ: 199P.

φαίνεταί μοικῆνος ἴσος θέοισιν
ἔμμεν' ὤνηρ, ὅττις ἐνάντιός τοι
ἰσδάνει καὶ πλάσιον ἄδυ φωνείσας
ὑπακούει
 καὶ γελαίσας ἰμέροεν, τὸ μ' ἦ μάν
καρδίαν ἐν στήθεσιν ἐπτόαισεν,
ὡς γὰρ ἔς σ' ἴδω βρόχε' ὤς με φώναι σ'
οὔδ' ἔν ἔτ' εἴκει,
ἀλλ' ἄκαν μὲν γλῶσσα ἔαγε λέπτον
δ' αὔτικα χρῷ πῦρ ὑπαδεδρόμηκεν,
ὀππάτεσσι δ' οὐδ' ἔν ὄρημμ', ἐπιρρόμ-
βεισι δ' ἄκουαι,
ἔκαδε μ' ἵδρως ψῦχρος κακχέεατι τρόμος δὲ
παῖσαν ἄγρει, χλωροτέρα δὲ ποίας
ἔμμι, τεθνάκην δ' ὀλίγω 'πιδεύης
φαίνομ' ἔμ' αὔται·
ἀλλὰ πάν τόλματο ἐπεί καὶ πένητα.
====
Σὰν θεὸς μοῦ φαίνεται ἐκεῖνος ὁ ἄνδρας
ποὺ κάθεται ἀπέναντί σου καὶ ἐνῶ κοντά του μιλᾶς γλυκά,
προσεκτικὰ ἀκούει
κι' ὅταν γελᾶς γοητευτικά, αὐτὸ
μοῦ σπαράζει τὴν καρδιὰ στὰ στήθη·
γιατί μόλις σὲ 'δῶ λίγο, δὲν μπορῶ καθόλου νὰ μιλήσω·
ἀλλὰ ἡ γλῶσσα μου δένεται, καὶ ἀμέσως μιὰ σιγανὴ
φωτιὰ τρέχει στὸ κορμί μου,
τὰ μάτια μου δὲν βλέπουν τίποτα, βουίζουν
τὰ αὐτιά μου,
μὲ πλημμυρίζει ἱδρώτας καὶ μιὰ τρεμούλα
μὲ κυριεύει ὁλόκληρη, πιὸ πράσινη γίνομαι κι' ἀπ' τὸ χορτάρι
καὶ μοῦ φαίνεται πὼς πάω νὰ ξεψυχήσω·
ἀλλὰ πρέπει ὅλα νὰ τὰ ὑπομένει κανεὶς γιατί (καὶ τὸν φτωχὸ...)
22 Ἰανουαρίου   2014, καὶ ὥρα 19:42. 
 
Ἀρχαῖοι Ἕλληνες Λυρικοὶ Ποιητές.


Ξενοφάνης: Συμπόσιο.

Στίχοι 1 - 24.
Νῦν γὰρ δὴ ζάπεδον καθαρὸν καὶ χεῖρες ἁπάντων
καὶ κύλικες· πλεκτοὺς δ' ἀμφιτιθεῖ στεφάνους*,
ἄλλος· ὅ δ᾽ εὐῶδες μύρον ἐν φιάλῃ παρατείνει
κρητὴρ δ' ἕστηκεν μεστὸς ἐυφροσύνης
ἄλλος δ' οἶνος ἑτοῖμος, ὃς οὔ ποτε φησὶ προδώσειν,
μείλιχος ἐν κεράμοισ', ἄνθεος ὀσδόμενος·
ἐν δὲ μέσοισ' ἁγνὴν ὀδμὴν λιβανωτὸς ἵησιν·
ψυχρὸν δ' ἔστιν ὕδωρ καὶ γλυκὺ καὶ καθαρόν·
πάρκεινται δ' ἄρτοι ξανθοὶ γεραρή τε τράπεζα
τυροῦ καὶ μέλιτος πίονος ἀχθομένη·
βωμὸς** δ' ἄνθεσιν ἀν τὸ μέσον πάντῃ πεπύκασται,
μολπὴ δ' ἀμφὶς ἔχει δώματα καὶ θαλίη.

χρὴ δὴ πρῶτον μὲν θεὸν*** ὑμνεῖν εὔφρονας ἄνδρας
εὐφήμοις μύθοις καὶ καθαροῖσι λόγοις·
σπείσαντας δὲ καὶ εὐξαμένους τὰ δίκαια δύνασθαι
πρήσσειν - ταῦτα γὰρ ὦν ἐστι προχειρότερον -
οὐχ ὕβρις πίνειν δ' ὁπόσον κεν ἔχων ἀφίκοιο
οἴκαδ' ἄνευ προπόλου, μὴ πάνυ γηραλέος·
ἀνδρῶν δ' αἰνεῖν τοῦτον, ὃς ἐσθλὰ πιὼν ἀναφαίνει,
ὥς οἱ μνημοσύνη καὶ πόνος ἀμφ' ἀρετῆς·
οὔτι μάχας διέπειν Τιτήνων οὐδὲ Γιγάντων,
οὐδ' αὖ Κενταύρων, πλάσματα τῶν προτέρων,
ἢ στάσιας σφεδανάς· τοῖσ' οὐδὲν χρηστὸν ἔνεστιν·
θεῶν δὲ προμηθείην αἰὲν ἔχειν ἀγαθόν.
====
Τώρα πιὰ εἶναι τὸ δάπεδο καθαρό, ὅπως κι' ὅλων τὰ χέρια
καὶ οἱ κύλικες· τὸ ἕνα παιδί, πλεχτὰ στεφάνια μᾶς θέτει
στὸ κεφάλι· τ' ἆλλο, στέκει μπρός μας, μὲ ρηχὸ ἀγγεῖο,
μύρα προσφέροντάς μας κι' ἆλλο μὲ κρατήρα μὲ κρασωτὴ χαρά,
π' ὅπως λένε "καθόλου δὲ θὰ μᾶς λείψει", γλυκὸ πιοτὶ
σὲ πήλινα δοχεῖα, - μοσχάτη μυρωδιά· στὴ μέση δέ, λιβάνι
ἐξαγνιστήριαν σκορπᾶ εὐωδιά· καὶ δροσερό, καθάριο, πόσιμο νερό·
στὴ διάθεσή μας ψωμὶ ροδοψημένο, ἄπλετα στρωμένο
τὸ τραπέζι, μὲ τυρὶ παχὺ καὶ μέλι·
βωμὸς ἀνθοστόλιστος, στὴ μέση, κι' ὁλόγυρα,
στ' ἀρχοντικὰ δωμάτια, χαρὰ καὶ μελωδία.

Πρέπει δέ, σὰν ἄνθρωποι συνετοί, τὸν θεὸ νὰ ὑμνοῦμε
μὲ μύθους εὐσεβεῖς καὶ ἠθικὲς ἱστορικὲς διηγήσεις·
μὲ σπονδὲς μάλιστα καὶ ἄς εὐχηθοῦμε δίκαια
νὰ φερόμαστε - πρᾶγμα ποὺ εὔκολα εἶναι στὸ χέρι μας -
γιατί κακὸ δὲν εἶναι νὰ πίνουμε ὅσο ποὺ σπίτι μας νὰ γυρνᾶμε
χωρὶς ὑπηρέτης νὰ μᾶς βαστάζει, ἄν πολὺ γηραιοὶ δὲν εἴμαστε·
κι' ἀκόμη, ἐκεῖνον νὰ ἐπαινοῦμε, π' ἐνῶ ἤπιε, στὰ σωστά του μιλᾶ,
μ' ὅσα ἐνάρετα ἡ μνήμη του ἤ ἡ πείρα του μπορεῖ·
ὄχι γιὰ μάχες Τιτάνων καὶ Γιγάντων,
οὔτε βέβαια καὶ κενταύρων, πλάσματα παλαιοτέρων ποιητῶν,
ἤ σφοδρὲς ἔριδες ἐμφύλιες· σ' αὐτὰ τίποτα χρηστὸ δὲν ὑπάρχει·
πάντοτε σεβασμὸ πρὸς τοὺς θεούς νά 'χουμε.
Μετάφραση: Ἰάνης Λὸ Σόκκο.


~~
Σημειώσεις:
Τὴν ἐλεγεία του τραγουδάει ὁ ποιητὴς τὴν ὥρα ποὺ ἑτοιμάζεται τὸ συμπόσιο (ὁ
πότος = πιοτό, κρασοπότι). Μετὰ τὸ δεῖπνο ἀποσύρονταν τὰ φαγητά, καθαριζόταν τὸ τραπέζι καὶ τὸ πάτωμα, καὶ οἱ προσκαλεσμένοι ἔπλεναν τὰ χέρια καὶ στεφανώνονταν, ἐνῶ οἱ δοῦλοι ἔφερναν τὸ κρασί, τὰ ποτήρια καὶ τὰ ἐπιδόρπια. Τότε ἕνας ἀπὸ τοὺς συμπότες διοριζόταν ἀρχηγὸς τοῦ συμποσίου καὶ ὀνομαζόταν βασιληὰς ἤ συμποσίαρχος. Καὶ ἀφοῦ γινόταν ἡ σπονδὴ
(στοὺς θεούς) ἀπὸ τοὺς συνδαιτημόνες, ὁ συμποσίαρχος ἔδινε σῆμα ν' ἀρχίσει τὸ συμπόσιο, τὸ διεύθυνε καὶ φρόντιζε νὰ ὑπάρχει καλὴ διάθεση μὲ κάθε λογῆς παιχνίδια, συζητήσεις, τραγούδια, μουσικ
ή, χοροὺς κτλ. Σ' ἕνα τέτοιο συμπόσιο, ἐνῶ γινόνταν ἀκόμα οἱ προετοιμασίες, ὁ ποιητὴς ταιριάζει σὲ τραγοῦδι τοὺς στίχους του διδάσκωντας πῶς πρέπει οἱ μυαλωμένοι ἄνθρωποι, οἱ "εὔφρονες νδρες" νὰ κάνουν τὰ συμπόσια.
(*)
πλεκτοὺς στεφάνους· συνήθιζαν οἱ ἀρχαῖοι νὰ στεφανώνονται στὰ συμπόσια μὲ στεφάνια ἀπὸ μυρτιὲς καὶ τριαντάφυλλα, γιατὶ τὸ συμπόσιο τὸ θεωροῦσαν μιὰ ἱερὴ τελετὴ ποὺ εἶχε κάτω ἀπὸ τὴν προστασία του ὁ Διόνυσος.
(**)
βωμός· βρισκόταν στὴ μέση τῆς αἴθουσας.
(***) Θεόν, σὲ ἑνικὸ ( "εἷς Θεὸς μέγιστος").
(Οἱ συγγραφεῖς τοῦ βιβλίου).
.......... ....................

====
* Ἕνα ἀκόμα μάθημα στὸ Λαϊκὸ Πανεπιστήμιο μὲ Ἀρχαίους Ἕλληνες Λυρικοὺς καί, στὸ β΄ ἑξάμηνο, θὰ διδαθεῖ τὸ "Περὶ Εἰρήνης" τοῦ Ἰσοκράτους.
Ὡστόσο, διερώμενος τῶν λυρικῶν καὶ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, θὰ συνεχίσω
ἴσως ἐδῶ μὲ τοὺς Λυρικούς μας.
Καὶ ἴσως ἐγκαινιάσω καὶ μίαν ἄλλην μου ἔμμονη ἰδέα, ὄχι μετάφραση, πάντως γύρω ἀπὸ τὸν φιλόσοφο αὐτοκράτορα
Ἰουλιανό.
Υ.Γ.
Ἡ ὅλη ἐργασία μοῦ πῆρε σήμερα περίπου ὀκτὼ ὧρες. Τὸ χάρηκα πάντως.

Πέμπτη 2 Αυγούστου 2018

09 Ἰανουαρίου 2014, καὶ ὥρα 8:47.
Ἀρχαῖοι Ἕλληνες Λυρικοὶ Ποιητές.

..

Καλλῖνος *: Πολεμικὸ σάλπισμα.

Μέχρις τεῦ κατάκεισθε; κότ᾽ ἄλκιμον ἕξετε θυμόν,
ὦ νέοι; οὐδ' αἰδεῖσθ' ἀμφιπερικτίονας
ὧδε λίην μεθιέντες; ἐν εἰρήνῃ δὲ δοκεῖτε
ἧσθαι, ἀτὰρ πόλεμος γαῖαν ἅπασαν ἔχει.
«εὖ νύ τις ἀσπίδα θέσθω ἐν ἀντιβίοις πολεμίζων»
καί τις ἀποθνῄσκων ὕστατ᾽ ἀκοντισάτω.**

τιμῆέν τε γάρ ἐστι καὶ ἀγλαὸν ἀνδρὶ μάχεσθαι
γῆς πέρι καὶ παίδων *** κουριδίης τ' ἀλόχου
δυσμενέσιν· θάνατος δὲ τότ' ἔσσεται, ὁκκότε κεν δὴ
Μοῖραι ἐπικλώσωσ'· ἀλλά τις ἰθὺς ἴτω
ἔγχος ἀνασχόμενος καὶ ὑπ' ἀσπίδος ἄλκιμον ἦτορ
ἔλσας, τὸ πρῶτον μειγνυμένου πολέμου.

οὐ γάρ κως θάνατόν γε φυγεῖν εἱμαρμένον ἐστὶν
ἄνδρ', οὐδ' εἰ προγόνων ᾖ γένος ἀθανάτων.
πολλάκι δηιοτῆτα φυγὼν καὶ δοῦπον ἀκόντων
ἔρχεται, ἐν δ' οἴκῳ μοῖρα κίχεν θανάτου.

ἀλλ' ὅ μὲν οὐκ ἔμπης δήμῳ φίλος οὐδὲ ποθεινός,
τὸν δ' ὀλίγος στενάχει καὶ μέγας, ἤν τι πάθῃ·
λαῷ γὰρ σύμπαντι πόθος κρατερόφρονος ἀνδρὸς
θνῄσκοντος, ζώων δ' ἄξιος ἡμιθέων·
ὥσπερ γάρ μιν πύργον ἐν ὀφθαλμοῖσιν ὁρῶσιν·
ἔρδει γὰρ πολλῶν ἄξια μοῦνος ἐών.
====
Ὥς πότε θ' ἀδρανεῖτε; Πότε γενναία ψυχὴ θ' ἀποκτήσετε,
νέοι μου; Δὲν ντρέπεσθε τοὺς γείτωνές σας
μένοντας τόσον ἀδρανεῖς; Εἰρήνη θαρρεῖτε
πὼς ἔχουμε, ὅμως ὁ πόλεμος ἁπλώνεται σ' ὅλη τὴ γῆ.
"Ποιός θὲ νὰ παρατήσει τώρα τὴν ἁσπίδα του"
καὶ πρὶν ξεψυχήσει, δὲν θὰ ρίξει τὸ τελευταῖο του ἀκόντιο!

Τιμὴ καὶ ὡραιότης γιὰ τὸν ἄνδρα νὰ μάχεται
γιὰ τὴν πατρίδα καὶ τὰ παιδιά του καὶ τὴν νόμιμη σύζυγό του,
ἐνάντια στοὺς ἐχθρούς· ὁ θάνατος τότε θὰ ἔλθει,
ὅταν οἱ Μοῖρες τ' ὁρίσουν· ἀλλὰ ὁ καθένας ἐμπρὸς λοιπόν,
προτείνοντας τὸ δόρυ καὶ μὲ τὴν ἀσπίδα, τὸ γενναῖο του στῆθος
ἄς προστατέψει, μπαίνοντας πρῶτος στὴν πολεμικὴ σύρραξη.

Γιατί τὸν θάνατο μὲ κανέναν τρόπο δὲ μπορεῖ ν' ἀποφύγει
ὁ ἄνθρωπος, ἔστω κι' ἄν κατάγεται ἀπὸ ἀθανάτων γενιά.
Πολλὲς φορές, παρατῶντας τὴ μάχη καὶ τὸν κρότο τῶν κονταριῶν,
ξαναγυρνάει στὸ σπιτικό του, κανείς, κι' ἐκεῖ τὸν θάνατό του βρίσκει.

Ἀλλ' αὐτός, ἀγαπητὸς καὶ ποθητὸς στὸν λαό του δὲν εἶναι·
ἐνῶ τὸν ἆλλο, μικροὶ καὶ μεγάλοι τὸν θρηνοῦν, ἄν σκοτωθεῖ.
Ὅλος ὁ λαὸς μὲ πόθο περιμένει τὸν γενναιόκαρδο μετὰ θάνατον,
καὶ, ἐνόσω ζεῖ, ἄξιος τῶν ἡμιθέων εἶναι·
σὰν προπύργιο τὸν βλέπουν·
γιατί, ἄν καὶ εἶναι ἕνας, κάνει ὅσα πολλοὶ μαζύ.
Μετάφραση: Ἰάνης Λὸ Σκόκκο.
~~
Σημειώσεις:
(*) Ὁ Καλλῖνος εἶναι ὁ ἀρχαιότερος ἀπὸ τοὺς σωζόμενους ἐλεγειακοὺς ποιητὲς καὶ λέγεται γι' αὐτὸ πατέρας τῆς ἐλεγειακῆς ποιήσεως.
(...) Πατρίδα του ἦταν ἡ μεγάλη ἐμπορικὴ πόλη τῆς Ἰωνίας Ἔφεσος. Ἀκμάζει γύρω στὰ 650 π.Χ. (...) Ἄλλα ποιήματα τοῦ Καλλίνου δὲν ἔχουμε.
(Οἱ Συγγραφεῖς τοῦ βιβλίου).
(**) Ὁ χρωματισμένος στίχος λείπει ἀπὸ τὴν ἔκδοση ποὺ διαθέτω.
(Ὁ Μεταφραστής).
(***)
γῆς πέρι καὶ παίδων· πβ τοῦ Αἰσχύλου τὸ:
Ὦ παῖδες Ἑλλήνων ἴτε
ἐλευθεροῦτε πατρίδα, ἐλευθεροῦτε δὲ
παῖδας, γυναῖκας, θεῶν τε πατρῴων ἔδη
θήκας τε προγόνων· νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγών.

(Πέρσαι, στίχ. 401 - 4)
(Οἱ Συγγραφεῖς τοῦ βιβλίου).

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2018

05 Ἰανουαρίου 2014, καὶ ὥρα 20:17.

Ἀρχαῖοι Ἕλληνες Λυρικοὶ Ποιητές.

36ον.

ΣημωνίδηςἈμοργῖνος: Χαρακτῆρες γυναικῶν.

Στίχοι 1 - 45 *
Χωρὶς γυναικὸς θεὸς ἐποίησεν νόον
τὰ πρῶτα· τὴν μὲν ἐξ ὑὸς τανύτριχος,
τῇ πάντ᾽ ἀν᾽ οἶκον βορβόρῳ πεφυρμένα
ἄκοσμα κεῖται καὶ κυλινδεῖται χαμαί·
αὐτὴ δ᾽ ἄλουτος ἀπλύτοις τ' ἐν εἵμασιν
ἐν κοπρίῃσιν ἡμένη πιαίνεται.

τὴν δ᾽ ἐξ ἀλιτρῆς θεὸς ἔθηκ᾽ ἀλώπεκος
γυναῖκα, πάντων ἴδριν· οὐδέ μιν κακῶν
λέληθεν οὐδὲν, οὐδὲ τῶν ἀμεινόνων.
τὸ μὲν γὰρ αὐτῶν εἶπε πολλάκις κακόν,
τὸ δ᾽ ἐσθλόν· ὀργὴν δ᾽ ἄλλοτ᾽ ἀλλοίην ἔχει.
...................
τὴν δ᾽ ἐκ θαλάσσης, ἣ δύ᾽ ἐν φρεσὶν νοεῖ.
τὴν μὲν γελᾷ τε καὶ γέγηθεν ἡμέρην·
ἐπαινέσει μιν ξεῖνος ἐν δόμοισ' ἰδών·
«Οὐκ ἔστιν ἄλλη τῆσδε λωίων γυνὴ
ἐν πᾶσιν ἀνθρώποισιν οὐδὲ καλλίων».
τὴν δ᾽ οὐκ ἀνεκτὸς οὐδ᾽ ἐν ὀφθαλμοῖσ' ἰδεῖν
οὔτ᾽ ἆσσον ἐλθεῖν, ἀλλὰ μαίνεται τότε
ἄπλητον, ὥσπερ ἀμφὶ τέκνοισιν κύων.
ἀμείλιχος δὲ πᾶσι κἀποθυμίη
ἐχθροῖσιν ἶσα καὶ φίλοισι γίνεται·
ὥσπερ θάλασσα πολλάκις μὲν ἀτρεμὴς
ἕστηκ᾽, ἀπήμων, χάρμα ναύτῃσιν μέγα,
θέρεος ἐν ὥρῃ, πολλάκις δὲ μαίνεται
βαρυκτύποισι κύμασιν φορευμένη·
ταύτῃ μάλιστ᾽ ἔοικε τοιαύτη γυνὴ.
...................
τὴν δ᾽ ἵππος ἁβρὴ χαιτέεσσ᾽ ἐγείνατο,
ἣ δούλι᾽ ἔργα καὶ δύην περιτρέπει·
κοὔτ᾽ ἂν μύλης ψαύσειεν, οὔτε κόσκινον
ἄρειεν, οὔτε κόπρον ἐξ οἴκου βάλοι...
...................
λοῦται δὲ πάσης ἡμέρας ἄπο ῥύπον
δίς, ἄλλοτε τρίς, καὶ μύροις ἀλείφεται·
αἰεὶ δὲ χαίτην ἐκτενισμένην φορεῖ
βαθεῖαν, ἀνθέμοισιν ἐσκιασμένην.
καλὸν μὲν ὦν θέημα τοιαύτη γυνὴ
ἄλλοισι, τῷ δ᾽ ἔχοντι γίγνεται κακόν,
ἢν μή τις ἢ τύραννος ἢ σκηπτοῦχος ᾖ,
ὅστις τοιούτοις θυμὸν ἀγλαΐζεται.
...................
τὴν δ᾽ ἐκ μελίσσης· τήν τις εὐτυχεῖ λαβών·
κείνῃ γὰρ οἴῃ μῶμος οὐ προσιζάνει,
θάλλει δ᾽ ἀπ᾽ αὐτῆς κἀπαέξεται βίος·
φίλη δὲ σὺν φιλέοντι γηράσκει πόσι,
τεκοῦσα καλὸν κοὐνομάκλυτον γένος·
κἀριπρεπὴς μὲν ἐν γυναιξὶ γίγνεται
πάσῃσι, θείη δ᾽ ἀμφιδέδρομεν χάρις.
...................
====
Χωριστὰ καθεμιανῆς γυναίκας τὸ μυαλὸ ἔφτιαξεν ὁ θεὸς
ἐξ ἀρχῆς· τὴν μέν, μὲ μακρυὲς γουρονότριχες,
ὅλα στὸ σπίτι φύρδην-μίγδην πεταμένα χάμω
νὰ τά 'χει, μὲς τὴν βρώμα·
κι' ἄλουστη ἡ ἴδια, μὲς τ' ἄπλυτά της ροῦχα, νὰ κυλιέται
καὶ μὲς τὶς λίγδες ὅλο νὰ χοντραίνει.

τὴν δέ, τὴν ἔπλασε ὁ θεὸς σὰν πονηρὴν ἀλεπού,
παντογνώστρια· οὔτε κανένα κακὸ
τῆς ξεφεύγει ἀλλὰ οὔτε καὶ κάτι καλό.
πολλάκις τὸ κακὸ λέει καὶ ξαναλέει,
καμιὰ φορὰ καὶ τὸ καλό· πότ' ἔτσι πότ' ἀλλοιῶς ἡ ψυχή της.
...................
Ἀπὸ τὴν θάλασσα, ἔφτιαξε τὴν δίβουλη γυναίκα.
μιὰ μέρα γελᾶ καὶ εἶναι ὅλη χαρά,
πού, σὰν τὴν δοῦνε ξένοι, στὸ σπίτι της, θὰ τὴν παινέσουν·
"Ἄλλη πιὸ ποθητὴ κι' ὡραιότερη γυναίκα
δὲν ὑπάρχει στὸν κόσμο
".
Τὴν ἄλλη μέρα, ἀνυπόφορη, δὲν βλέπεται,
δὲν πλησιάζεται, σὰν σκύλα σοῦ ἀγριεύει,
ποὺ τὰ κουτάβια της βυζαίνει.
Ἄσπλαχνη πρὸς ὅλους κι' ἀνεπιθύμητη,
σ' ἐχθροὺς καὶ σὲ φίλους τὸ ἴδιο·
ἀκριβῶς σὰν τὴν γαλήνια θάλασσα,
τὴν πράα, τὴν ἀβλαβή, χαρὰ μεγάλη τῶν ναυτῶν,
σὰν εἶναι καλοκαῖρι, ἀλλὰ καὶ μαινόμενη,
βαρύγδουπη, φουσκοκυματούσα ὕστερα·
ἴδια εἶναι μιὰ τέτοια γυναίκα.
...................
Ἡ ἄλλη δέ, φοράδα μὲ πλούσια χαίτη λὲς καὶ τὴ γέννησε,
βαρειὲς δουλειὲς καὶ ζόρια δὲν καταδέχεται·
οὔτε μύλο στὰ χέρια της ποτέ, οὔτε δὰ καὶ κόσκινο,
σκουπίδια, ἐκείνη, ἔξω, δὲν βγάζει...
...................
ὅλη μέρα λούζεται νὰ φύγ' ἡ βρώμα ἀπὸ πάνω της,
δυὸ καὶ τρεῖς φορές, κι' ὅλο ἀρωματίζεται·
διαρκῶς τὰ πλούσια μαλλιά της χτενίζει
καὶ μ' ἄνθη στολίζεται.
κι' ἀλήθεια, ὡραῖο θέαμα εἶναι γιὰ τοὺς ἄλλους,
ἀλλὰ γιὰ τὸν ἄντρα της εἶν' ἄσχημο αὐτό,
ἐξὸν κι' ἄν εἶναι βασιλεὺς ἤ κανένας μεγαλουσιάνος
καὶ τέτοιες φιλαρέσκειες τὸν εὐφραίνουν.
...................
Τὴν ἄλλη πάλι ἀπὸ μέλισσα· εὐτυχὴς ὅποιος τὴν ἔχει·
ἄμεμπτη, τὸ σπίτι συγυρίζει,
θάλλει τὸ νοικοκυριὸ κι' αὐξάνει τὸ βιός·
μὲ τὸν ἄντρα της γερνάει κι' αὐτὴ ἀγαπημένα,
ὄμοφη καὶ λαμπρὴ γεννᾶ γενιά·
περίβλεπτη ἀνάμεσα στὶς γυναῖκες γίνεται
καὶ θεία χάρη τὴν περιβάλλει.
Μετάφραση: Ἰάνης Λὸ Σκόκκο.
====
Σημείωση:
(*) Ἐδῶ, ὅπως π
ντα, ἀντιγράφω ἀπὸ τὴν ἔκδοση ποὺ διαθέτω. Οἱ συγγραφεῖς ἔχουν ὑπερπηδήσει παραγράφους.
Στὴν θέση τους βάζω χρωματισμένα ἀποσιωπητικὰ
- δὲν ὑπάρχουν στὸ βιβλίο.
Τὸ πλῆρες κείμενο ἀποτελεῖται ἀπὸ 118 στίχους.
Ἄν μᾶς διδαχθεῖ - τὸ πιθανώτερο - ὁλόκληρο τὸ ποίημα, θὰ παραθέσω τὴν πλήρη μετάφραση ὅπως θὰ μᾶς δοθεῖ.
(Ὁ Μεταφραστής).
 * * * * 

Τὸ...βιολί μου ἐγώ: τὶς μεταφράσεις μου σήμερα, τὰ θεατρικά μου αὔριο καί, ἐνδιαμέσως, κάτι ἆλλο, ἀλλοιώτικο. Σήμερα δὲ ποὺ τὸ ἀρχαῖο κείμενο (μᾶλλον) κακολογεῖ γυναῖκες, προβλέπω νὰ μὴν λάβει κανένα ἆλλο "μοῦ ἀρέσει" πλὴν τοῦ καθιερωμένου δικοῦ μου, ποὺ δηλώνει: ἔχω ἐλέγξει τὴν μετάφραση μόλις τώρα πάλι. * Οὔφ! Καλὰ εἶναι κι' ἔτσι. Πέρυσι, τέτοια μέρα, τέτοιαν ὥρα, μὲ εἴχανε χώσει στὸ Νοσοκομεῖο γιὰ σφάξιμο. (καλά, ἄν δὲν πάταγα τὶς φωνές, ἀκόμα ἐκεῖ θἄμουνα...) Ἐφέτος, νιώθω τόσο καλά (σχεδόν), ποὺ θὰ μποροῦσα νὰ σφάξω, μία κι' ἔξω, ὁλόκληρη τὴν κυβέρνηση ἀλλὰ... - ἄσε, μωρέ! Ποῦ νὰ τρέχω; Ἡ ἑπομένη σάμπως θἆναι καλλίτερη; * Σοῦ λέει πρόσεχε ποιούς ψηφίζεις. Μά, λὲς νὰ ὑπάρχει ψηφοφόρος ποὺ φτάνει ὥς τὶς κᾶλπες, χωρὶς νἄχει κάποιαν ὑστεροβουλία; Ὅλοι μὲ προγραμματισμὸ συμφερόντων πᾶνε!... Μόνον πού, μετὰ τὴν ἀπομάκρυνση, οὐδὲν σφᾶλμα ἀναγνωρίζεται. * Λοιπόν, στὶς ἆλλες ἐκλογές, δὲν θὰ τοὺς ξαναψηφίσουμε αὐτοὺς τοὺς κερατάδες, θὰ ψηφίσουμε τοὺς ἄλλους (κόπανους) ἤ μπορεῖ καὶ νὰ μὴ ζοῦμε ἤ...οἱ παραβιάσεις (γηίνων, θαλασσίων, ἐναερίων συνόρων) νὰ μᾶς φέρουν ἐγκαταστάτους. Ἑλλὰς Ἀλλοδαπῶν Μουσουλμάνων. Εἶναι ἤδη τόσοι πολλοὶ ἐδῶ ποὺ ἀπορῶ τί θέλουν καὶ μιλοῦν ἑλληνικὰ στὴν Βουλή; ΔΕΝ ὑπάρχουν Ἕλληνες παρὰ μονάχα δηλωμένοι στὸ Ληξιαρχεῖο, ποὺ ὁ νοῦς τους ὅμως εἶναι νὰ ἀποδείξουν ὅτι μιλοῦν ἀγγλικά (χέσ'τα τὰ ἑλληνικά πατόκορφα, μέχρι καῖ φιλόλογοι ἀνορθόγραφοι...,  μιλοῦν δὲ μέσα ἀπὸ τὰ δόντια τους, ἀνέκφραστοι, σὰν Ἀμερικάνοι τσικλοφουσκόβιοι), ὅτι τὸ κορμί τους λαχταράει τσιφτετέλι καὶ τατουάζ (θὰ ξεράσω ληγμένη εὐκοιλιότητα). * Οἱ ἀποφάσεις ἐλήφθησαν (ὄχι "πάρθηκαν" - τί πρόστυχες σκέψεις φέρνει αύτὸ τὸ χοντροκομμένο!...) ἀπὸ ἄλλους γιὰ ἄλλους [=ἐμᾶς].






01 Ἰανουαρίου 2014, καὶ ὥρα 8:16.
Ἀρχαῖοι Ἕλληνες Λυρικοὶ Ποιητές.

35ον.

Ἐπιγράμματα τῶν:

1. Θουκυδίδη: Στὸν Εὐριπίδη *.
Μνῆμα μὲν Ἑλλὰς ἅπασ᾽ Εὐριπίδου, ὀστέα δ᾽ ἴσχει
γῆ Μακεδών· τῇ γὰρ δέξατο τέρμα βίου.
πατρὶς δ᾽ Ἑλλάδος Ἑλλάς, Ἀθῆναι· πλεῖστα δὲ Μούσαις
τέρψας ἐκ πολλῶν καὶ τὸν ἔπαινον ἔχει.
====
Μνῆμα τοῦ Εὐριπίδη βέβαια ἡ Ἑλλάδα ὅλη, τὰ ὀστά του ὅμως ἔχει
ἡ γῆ τῆς Μακεδονίας· ὅπου ἐτελεύτησε.
Πατρίδα του αἱ Ἀθῆναι, ἡ Ἑλλὰς τῆς Ἑλλάδος· τὰ μέγιστα μὲ τὴν Ποίησή του
ἔτερψε καὶ ἀπὸ πολλοὺς ἐπαινέθη.
~~
Σημείωση:
(*) ἐτάφη ἐν Μακεδονίᾳ, κενοτάφιον δ᾽ αὐτοῦ Ἀθήνησιν ἐγένετο καὶ ἐπίγραμμα ἐπέγεγραπτο Θουκυδίδου
τοῦ ἱστοριογράφου ποίησαντος ἢ Τιμοθέου τοῦ μελοποιοῦ.
Ἀκολουθεῖ τὸ Ἐπίγραμμα.
Vit. Eurip. 135W
Elegy and Iambus, with an English Translation by J. M. Edmonds.
(Ὁ μεταφραστὴς).

2. Φιλίππου *: Στὸν Φειδία ποὺ τεχνούργησε τὸν Ὀλύμπιο Δία.

῎H θεὸς ἦλθ’ ἐπὶ γῆν ἐξ οὐρανοῦ εἰκόνα δείξων,
Φειδία, ἤ σὺ γ’ ἔβης τὸν θεὸν ὀψόμενος.
====
Ἤ στὴν γῆ κατῆλθεν ὁ θεὸς νὰ σοῦ δείξει τὴν εἰκόνα του,
Φειδία, ἤ ἐσὺ ἀνῆλθες τὸν θεόν νὰ δεῖς.


~~
Σημείωση:
(*) Ὁ Φίλιππος ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη εἶναι ποιητὴς ἐπιγραμμάτων (...)
Ἔγραψε ἐπιγράμματα δικά του καὶ μιὰ συλλογὴ ἀπὸ ἐπιγράμματα ἄλλων ἀρχαίων ποιητῶν μὲ τὸν τίτλο
"
Στέφανος".
(Οἱ συγγραφεῖς τοῦ βιβλίου).

3. Ἀδέσποτο: Σὲ νεαρὴ κόρη.

Παρθένος οὖσα τέθνηκα Λεοντὼ ὡς νέον ἄνθος
ὥρης παντοθαλοῦς πρωτοφανὴς καλύκων·
καὶ μέλλουσα γάμῳ δεκαπενταετὴς μείγνυσθαι
ἐν φθιμένοις κεῖμαι ὕπνον ἔχουσα μακρόν.
====
Ἤμουν παρθένα, ἡ Λεοντὼ, στ' ἆνθος τῆς νιότης μου,
στὴν ἐποχὴ ποὺ τὰ πρωτολούλουδα ξεπετιοῦνται θαλερά·
κι' ἔμελλα στὰ δεκαπέντε μου χρόνια νὰ νυμφευθῶ
ἀλλὰ μὲ τοὺς μαραμένους κεῖμαι στὸν μεγάλον ὕπνο.
Μετάφραση: Ἰάνης Λὸ Σκόκκο.