Δευτέρα 2 Μαρτίου 2020

Θεατρικὰ Σχόλια,
τοῦ Ἰάνη Λὸ Σκόκκο.

Εικόνα * ὁ Στρίντμπεργκ, τὸ Ἐγὼ καὶ ἡ Ἐπίδραση.

Στὸν Θάνο Κωτσόπουλο
καὶ
τὴν Ἄννα Ραυτοπούλου.

1η δημοσίευση, Περιοδικὸ "Νεώτερα Γρἀμματα", τεῦχος 23,
τῆς Ἑνώσεως τῶν Νέων Ἑλλήνων Λογοτεχνῶν.

«Κάθε μεγάλος ἄντρας εἶναι ἐπιδραστικός», λέει ὁ Ἀντρὲ Ζίντ στὶς «Προφάσεις» του (μία διάλεξη ποὺ ἔδωσε
στὶς 29 Μαρτίου 1900, στὶς Βρυξέλλες). Καὶ συνεχίζει: «Μάλιστα, πολλὲς φορὲς ἡ ἐπίδραση υοῦ ἀνθρώπου
εἶναι πιὸ σηματικὴ ἀπὸ τὸ ἔργο του». Καὶ λέει ἀκόμα: «Ἡ ἐπίδραση δὲν δημιουργεῖ τίποτα· ξυπνάει...»
Μεγάλος ἄντρας, δηλαδὴ ἐπιδραστικός, εἶναι ὁ Στρίντμπεργκ. Καὶ ἐπιδραστικὸς καὶ Δημιουργός. Ἄς ἀναφέρω
δύο ἀπὸ τὰ πνευματικὰ παιδιά του: ὁ Εὐγένιος Ο' Μὴλ καὶ ὁ Λουίτζι Πιραντέλο. Ὅλο τὸ σημερινὸ Θέατρο εἶ-
ναι θεμελιωμένο στὸν Στρίντμπεργκ. Καὶ κάτι ἀκόμα: καὶ τὸ αὐριανὸ θέατρο, στὰ ἴδια θεμέλια θὰ χτιστεῖ ἤ χτί-
ζεται: τοῦ Στρίντμπεργκ. Κινδυνεύω νὰ φανῶ ἐπηρεασμένος; Πρὶν τὸ συζητήσουμε κι' αὐτό, νά τί λέει ὁ Μάρτιν
Ἔσσλιν στὸ «Θέατρο τοῦ Παραλόγου»: «Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ πρῶτος τοποθέτησε πάνω στὴν σκηνὴ ἕναν ὀνειρι-
κὸ κόσμο, μὲ τὸ πνεῦμα τῆς σύγχρονης ψυχολογικῆς σκέψης, ἦταν ὁ Αὔγουστος Στρίντμπεργκ». Νά πῶς τὸν
χαρακτηρίζει καὶ ὁ Μάριος Πλωρίτης: «Ἄν ὑπάρχει δραματουργὸς ποὺ δὲν ἐπιδέχεται ταξινόμηση, αὐτὸς εἶναι,
πάνω ἀπ' ὅλους, ὁ Στρ.» Καὶ πάρα κάτω: «Ἀνακαλύπτει τὴν ψυχανάλυση καὶ τὴν ψυχοπαθολογία πρὶν ἀπὸ τὸν
Φρόυντ, τὸν ἐξπρεσσιονισμὸ πρὶν ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς τοῦ μεσοπολέμου, τὸν ὑπερρεαλισμὸ πρὶν ἀπὸ τὸν Μπρετόν,
τὸν παραλογισμὸ τῆς λογικῆς πρὶν ἀπὸ τὸν Ἰονέσκο...» Κι' ὁ Μπέρναρντ Σῶ πρόσφερε τὰ λεφτὰ ποὺ - τελικὰ -
δέχτηκε ἀπὸ τὸ Βραβεῖο Νομπὲλ στοὺς μεταφραστὲς τοῦ Στρ. στ' ἀγγλικὰ καὶ εἶπε: «Ὁ μόνος γνήσια σαιξπηρι-
κὸς δραματουργὸς τῆς ἐποχῆς μας». Ὁ Γκόρκυ τὸν σύγκρινε μὲ τὸν ἥρωα ἑνὸς θρύλου τοῦ Δούναβη, ποὺ ξερίζωσε
τὴν καρδιά του καὶ τῆς ἔβαλε φωτιά, γιὰ νὰ φωτίσει τοὺς ἀνθρώπους στὸν δρόμο πρὸς τὴν ἐλευθερία. Καὶ πρὶν
σᾶς μιλήσω ὑποκειμενικά, θ' ἀνατρέξω καὶ στὴν «Ἱστορία τοῦ Θεάτρου» τοῦ Ἀ. Νίκολς: «Ἅμα διαβάσουμε τὰ
ἔργα τοῦ Στρ. ἤ τὰ δοῦμε στὸ θέατρο, τοῦ Ἴμπσεν τὰ ἔργα μᾶς φαίνονται ἀρκετὰ ἄτονα κι' ἄγαρμπα, ἐφηβικά,
εὔκολα, δίχως πολὺ φλογερὸ πάθος. Κεῖνο ποὺ μᾶς ἔδωσε τὴν ἐντύπωση τοῦ γρανίτη, τὸ βλέπουμε μαλακὸ σὰν
στόκο».
Γιὰ τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλές, διαβάζουμε ἤ βλέπουμε τὰ ἔργα τοῦ μεγάλου Σουηδοῦ. Μιλοῦν ἀπὸ μόνα τους.

* * *
Καὶ τώρα ἡ ρεβάνς μου, μ' ἆλλα λόγια ἡ ὑποκειμενικότητά μου. Κάθε γνώμη εἶναι ὑποκειμενική. «Δὲν προσπαθῶ
νὰ εἶμαι ἀντικειμενικὸς κριτικός», λέει - ποιός ἆλλος; - ἕνας ἆλλος ἀγαπημένος: ὁ Μπέρναρντ Σῶ. «Προσπαθῶ νὰ
πείσω τοὺς ἀναγνῶστες μου πὼς ἔχω δίκηο. Κανένας ἄλλωστε δὲν ἐξετάζει μὰ ἀπόλυτη ἀντικειμενικότητα κάποιον
καλλιτέχνη ἤ κάποιο ἔργο· τὰ βλέπει ὅλα ἀπὸ τὴν σκοπιά του μονάχα καὶ προσπαθεῖ, ἀπὸ κεῖ, νὰ μᾶς πείσει γιὰ
τὶς ἀπόψεις τὶς δικές του». Καὶ ἀφοῦ δὲν μπορεῖτε νὰ τὰ βάλετε μὲ τὸν Σῶ (ἀλήθεια, μπορεῖτε;), οὔτε μὲ τὸν Ἀγα-
πημένο μου (ξέρετε, δά, ποιός εἶναι), ποὺ ἔλεγε: «Ἡ τέχνη εἶναι ἡ φύση ἰδωμένη μέσ' ἀπὸ μιὰν ἰδιοσυγκρασία»
(ἔχετε ἀντίρρηση;), θὰ ὑπομείνετε καὶ μένα! ποὺ ἔχω τὴν ἴδια γνώμη (κακὸ πρᾶγμα, πάντως, νὰ συμφωνεῖς!).
Κάθε καλλιτέχνης δέχεται ἐπιδράσεις, προπαντὸς ὅταν ὡριμάζει καὶ δύσκολα μπορεῖ νὰ ἐπιδράσει κάποιος ἤ κάτι
σ' αὐτὸν ἤ στὸ ἔργο του (δηλαδή, ἕνα καὶ τὸ αὐτό, γιατί δημιουργὸς καὶ δημιούργημα εἶναι τὸ ἴδιο, ὅταν ὑπάρχει
θεία ἤ ἀλλοιῶς εἰπωμένη: καλλιτεχνικὴ ἔμπνευση). Οἱ ἐπιδράσεις τῆς ὡριμότητας εἶναι οἱ πιὸ ἐκλεκτὲς καὶ - ἴσως -
καὶ οἱ πιὸ συνειδητές, γι αὐτὸ καὶ πολυτιμώτερες. Προϋποθέτω (αὐθαίρετα;) πὼς εἶμαι καλλιτέχνης. Ὑπογραμμίζω
πὼς εἶμαι ὑποκειμενιὸς καὶ πολλὲς φορὲς - ἀπὸ τὶς σχολικὲς κιόλας ἐκθέσεις μου - ὑποστήριξα τὴν ὑποκειμενικότη-
τα. Γνωστὸ ἐπίσης πὼς μὲ συγκινεῖ τὸ πάθος καὶ ἡ αὐτοκαταστροφὴ μέσα στὸ πάθος, ποὺ εἶναι ζωντάνεμα.


Ἐπίδραση. Πρώτη ἐπίδραση ἐπάνω μου ἄσκησε ὁ Λόρκα. Σήμερα ὁ Λόρκα δὲν μοῦ λέει τίποτα. Τὸν μιμήθηκα τό-
τε. Τὸν ἀγνοῶ (;) σήμερα. Ἦταν ἕνα εἶδος ἐπίδρασης προεφηβικῆς πνευματικότητας, τότε ποὺ τὸ «φύλο» εἶναι ἀ-
καθόριστο, κι' ἔκανα τὴν...«κοριτσίστικη» θητεία μου στὸ γράψιμο. Δεύτερη ἐπίδραση, ὁ Ὄσκαρ Γουάιλντ. Καί,
νά, κάτι παράξενο. Χρονολογικά, πρῶτα ἄφησα νὰ φανεῖ ἡ ἐπίδραση τοῦ Ἰρλανδοῦ (1965) καὶ ὕστερα τοῦ Ἱσπανοῦ
(1967-8). Ὑπῆρχε, ἡ δεύτερη, δηλαδὴ ἡ πρώτη, διατηρημένη μέσα μου σὰν σὲ...κονσέρβα! Μὲ τὸν Γουάιλντ ἔμαθα
τὴν ὀμορφιὰ τοῦ γραψίματος - καὶ τὴν «ἁμαρτία» τοῦ γραψίματος. Ξαφνικὰ εἶδα τὸ γράψιμο (σᾶς τὸ ἐξομολογοῦ-
μαι) σὰν ὅπλο γοητείας, σὰν θέλγητρο, σὰν ἄρωμα (στὴν ἐποχή μας οἱ ἆντρες ἀρωματίζονται - εὐτυχῶς!).
Τὸ " ἕνας Ντόριαν μιλάει στὸν Ἰάνη" καὶ ἕνας «Ἀνηθικολόγος» ὕστερα (1968 - ἡ πρώτη μου ἐντελῶς τυχαία καὶ
μοιραία μετάφρασις) μοῦ ἔκλεισαν τὸ μάτι καὶ μοῦ χαμογέλασαν: ζῆσε ὅπως σοῦ ἀρέσει ἐσένα!
Ἀλήθεια, εἶναι φοβερό: πρέπει νὰ διαβάσεις λογοτεχνία γιὰ ν' ἀρχίσεις νὰ μιλᾶς μὲ τὸν ἑαυτό σου. Ἡ κοινωνία γύ-
ρω σου εἶναι τόσο ὑποκρίτρια, πού, ἐσύ, ὁ ἔφηβος γίνεσαι ἤ θύμα της ἤ ἀντάρτης. Τίποτα δὲν μαθαίνεις ἀπὸ τὸν κό-
σμο. Νὰ τοῦ μάθεις ὅμως, ἔχεις καὶ θὰ ἔχεις πολλά. Γι' αὐτὸ καὶ διαρκῶς ἀλλάζει. Θὰ χρειαστεῖς, ὅμως, ὅλες αὐτὲς
τὶς πλατωνικὲς ἐπιδράσεις τῶν Μεγάλων Συγγραφέων. Ἀλλά, πρὸς Θεοῦ, θὰ πρέπει καὶ νὰ ζήσεις, μὲ τόλμη (δηλα-
δὴ μὲ σπάσιμο τῶν μούτρων σου, γιὰ νὰ βγεῖς «ἀσπροπρόσωπος» ἀπέναντι στὴν Ἀλήθεια, ποὺ εἶναι πᾶντα λευκὴ
καὶ πᾶντα γυμνή). Τὸ πρόλαβε κι' αὐτὸ ὁ Γουάιλντ: τὰ σπουδαιότερα ποὺ μποροῦμε νὰ μάθουμε δὲν βρίσκονται...
στὰ βιβλία!
Ὁ 'Αντρὲ Ζίντ, λοιπόν, μοῦ ἔμαθε τὴν εἰλικρίνεια (ποὺ τὴν προτίμησα ἀπὸ τὴν «πολλαπλὴ προσωπικότητα», δηλα-
δὴ τὸ ψέμα, ὅπως τὴν χαρακτήρισε ὁ Ἰρλανδός μας) καὶ τὴν οἰκονομία τοῦ λόγου, καθὼς καὶ τὸ ὅτι τὸ μυστικὸ τῆς
τέχνης εἶναι τὸ ὗφος. Ὡς πρὸς τὸ ὗφος, βοήθησε καὶ ὁ Γρηγόριος Ξενόπουλος μὲ τὴν ἁπλότητά του, ὁ Κωνσταντίνος
Καβάφης μὲ τὴν λακωνικὴ στοχαστικότητά του, ὁ Διονύσιος Σολωμὸς μὲ τὶς κωμικὲς πινελιὲς μὲς τὶς τραγικὲς πε-
ριγραφές του.
Ἀλλά, τὸ σπῖρτο τῆς φαντασίας, τελικά, μοῦ τὸ ἄναψε ὁ Πιραντέλο. Ἀνεπιφύλακτα αὐτός. Ἀνεπιφύλακτα; Μά, ἡ
λογοτεχνία, πιστεύω, εἶναι σκοπός, φρουρὸς τοῦ κάλλους - ὅταν μάλιστα ἔχεις μπροστά σου τὴν ὡραιότερ εὐρωπαϊ-
κὴ γλώσσα: μαντέψτε την! Τὴν Δημοτική μας.
Σὲ ὅλους αὐτοὺς λίγο-πολὺ ὑπάκουσα θαρραλέα καὶ ὅλους τοὺς...«εὐγνωμονῶ», ἀκόμα, ἀσφαλῶς, καὶ τὸν Λόρκα,
πού, ἐν τούτοις, ἀπορῶ πολὺ μαζύ του γιὰ μαζύ μου! Τέλος, ἦρθε ὁ γρανίτης. Νὰ λέμε ὀνόματα; Καὶ νιώθοντας καὶ
γὼ προορισμένος γιὰ γρανίτης, θὰ μποροῦσε ἴσως ν' ἀδιαφορήσω: τὰ παρόμοια - λένε - δὲν ἕλκονται. Λέω παρόμοια
καὶ ὄχι «ὅμοια». Γιατί, ἀσφαλῶς, δὲν εἴμαστε ἴσα κι' ὅμοια! Ἐλπίζω νὰ τοῦ ἰσομοιάσω, ἄν ὄχι (ἐδῶ ρίχνω λίγες στα-
γόνες σύνεσης καὶ μετριοφροσύνη) νὰ...τὸν ξεπεράσω!! Αὐτὸν ὅμως ΔΕΝ τὸν μιμοῦμαι. Μ' αὐτὸν (ἄς χρησιμοποιή-
σω τὴν ἔκφραση) κάνω ἔρωτα. Ἐραστὴς καὶ ἐρωμένος μου εἶναι (1979) ὁ Στρίντμπεργκ (ποὺ πεθανε τὸ 1912).
Σημείωση: οἱ δύο τελευταῖες φράσεις μου, ὅπως καὶ οἱ δύο ἑπόμενες, προεκάλεσαν φοβερὸ σκάνδαλο στὴν Ἕνωση
τῶν Νέων Ἑλλήνων Λογοτεχνῶν, ἔφριξαν μὲ...τέτοιαν ἀνήθικην ὁμολογία κτλ. κτλ.

Ἔδωσα τὶς χρονολογίες γιὰ τοῦ λόγου τὸ...μεταφορικό (ὄχι κυριολεκτικό). Ἐραστὴς καὶ ἐρωμένος μου, λοιπόν, εἶναι
(καὶ θὰ εἶναι προβλέπω...ὅσο θὰ ζῶ) ὁ Στρίντμπεργκ. Ξέρετε κανέναν ἀληθινὸ ἐραστὴ νὰ διαγράφει τὴν προσωπικό-
τητα τοῦ ἀληθινοῦ ἐραστῆ του; Εἶναι δύο προσωπικότητες, ἔντονες, ποὺ ἑλκύονται, σμίγουν καὶ κάνουν (ἀποτελοῦν)
ἕναν ἔρωτα. Μόνο πού, οὔτε καὶ μεταφορικά, ὁ σπουδαῖος μας Σουηδὸς δὲν θ' ἀνεχότανε νὰ εἶναι ἐραστὴς ἑνὸς ἐρα-
στῆ, ἔστω καὶ τοῦ μεγέθους τοῦ Ἰμπσεν ἤ τοῦ Σῶ, ποὺ ὑπήρξανε καὶ σύγχρονοί του μεγάλοι, μέγιστοι. Ὅλα αὐτὰ
εἶναι αὐθαιρεσίες δικές μου - κι' ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνη. Γιατί - νά ποῦ θέλω νὰ τὸν ξεπεράσω - ὁ ἔ-
ρωτας εἶναι ἔρωτας, χωρὶς σχόλια περὶ φύλου. Ἡ πάλη τῶν συνειδήσεων - καὶ ὄχι τῶν φύλων - θὰ εἶναι τὸ μοτίβο μου.


 Στρίντμπεργκ, λοιπόν.
Γεμάτος πάθος καὶ ὑποκειμενικότητα. Ὅλα γιὰ τὸν Στρ. ὑπάρχουνε γιὰ νὰ προσκρούσουνε
στὴν προσωπικότητά του. Γιὰ νὰ ἐξηγήσει τὰ περιστατικά, δὲν τὰ συνδέει μὲ ἆλλα περιστα-
τικά, ἀλλὰ μὲ πράγματα ποὺ ἔχουνε συμβεῖ στὸν ἴδιο. Κάθε τι ποὺ γράφει εἶναι ἀντιφέγγι-
σμα τοῦ ἑαυτοῦ του. Τολμηρὸ καὶ γοητευτικὸ ἰδίωμα, ποὺ σὲ βοηθᾶ νὰ εἰσχωρήσεις βαθύτε-
ρα στὴν οὐσία τῶν πραγμάτων. Ἡ πρώτη ὑποκειμενικότητα στὸν κόσμο τῶν γραμμάτων.
Μέγιστος ἀνθρωπιστής. Ἀκούραστος μελετητὴς καὶ «ἀντιφατικός». Τρομαχτικὸ καὶ τρομαγ-
μένο μυαλό, ποὺ πλάι του οἱ Ἴμπσεν, οἱ Σῶ (αὐτὸς μὲ μάγεψε μὲ τὸν «Ὁδηγὸ τῆς ἔξυπνης
γυναίκας...
», μία πρόσφατη μετάφρασή μου), οἱ Γουάιλντ, οἱ Πιραντέλο (ἴσως ὄχι καὶ οἱ Κα-
βάφηδες) μοῦ φαίνονται δορυφόροι καὶ ἐκεῖνος Ἥλιος. Μὰ κι' ἔτσι εἶναι. Πιὸ μοντέρνος κι'
ἀπὸ τὸ μέλλον, ποὺ ἤδη βαδίζει πρὸς τὸ ρετρό. Εἶναι ὁ λογοτέχνης σατανάς, ἐνσαρκωμένος
τὸν λόγο γιὰ νὰ «πονέσει». Δὲν ἔζησε, πόνεσε.
Σὰν λογοτέχνης καὶ σὰν ἠθοποιός, ὁ ὑποφαινόμενος, ἔχω ἕνα ἰδανικό: τὴν κατάχτηση τῆς ἀλή-
θειας διαμέσου τοῦ κάλλους. Σὰν ἠθοποιός, μπορεῖ νὰ τὴν πετύχω παίζοντας ρόλους Στρίντ-
μπεργκ (π.χ. ὁ Ἀδόλφος, στοὺς «Πιστωτές», ἔχει τὴν εὔθραυστη φωνή μου, τὴν μελωδικότη-
τα τῆς ὁμιλίας μου καὶ κυριολεκτικὰ τὰ βιώματά μου - πρᾶγμα ποὺ δὲν σημαίνει πὼς μοῦ εἶ-
ναι εὔκολος ὅμως: θὰ σᾶς πὼ πιὸ κάτω γιὰ ἕνα ὄνειρο).
Σὰν λογοτέχνης; Μόνο ποὺ ξέρω, πὼς ὑπῆρξε αὐτὸ τὸ γκροτέσκικα βασανισμένο μυαλό, νιώ-
θω τὸ δέος, τὸν τρόμο, τὴν φρίκη τοῦ νὰ γράψω. Κι' ἀκριβῶς αὐτὸ «μὲ καίει» νὰ γράψω. Καὶ
...δὲν γράφω. Καὶ νιώθω σὰν ἐραστὴς ποὺ ἀστόχησε ἡ ἐξομολόγσησή του. Ὁ Αὔγουστος κοκ-
κεταρίζεται σὲ ὑψηλὲς σφαῖρες. Βρίσκομαι χαμηλά, βλέπω, καὶ ζηλεύω ἐρωτικά. Δὲν μπορῶ
νὰ κάψω τὸ ἔργο του (ἀπὸ ζήλεια). Μοῦ ἀπομένει νὰ καῶ ἐγὼ στὴ ζωὴ καὶ στὸ γράψιμο, γιὰ
νὰ κυκλοφορήσω ἀγκαζὲ μαζύ του, σὲ κεῖνες τὶς σφαῖρες...
Ἀλλά, ἄς σᾶς πῶ τὸ ὄνειρο ποὺ εἶδα τὰ ξημερώματα τοῦ Σαββάτου 9.6.79.
Τὸ Ὄνειρο:
Ἦταν 1888, τὴν χρονιὰ ποὺ γράφτηκαν οἱ «Πιστωτές», ἀμέσως μετὰ τὴν «Δεσποινίδα Ζυλί».
Ἦταν, λέει, καὶ 1979 - ὄνειρο βλέπετε αὐτό! Ὁ συγγραφέας παραθέριζε στὸν Ὠρωπό (ὀνειρι-
κῇ ἀδείᾳ), μὲ τὴν γυναίκα του Σίρι φὸν Ἔσσεν. Φοροῦσε μπὲζ παντελόνι, μ' ἀνασηκωμένα τὰ
ρεβὲρ κι' ἤτανε γυμνὸς ἀπὸ τὴ μέση καὶ πάνω. Ἐπισκεύαζε τὸ ξύλινο ἐξοχικὸ σπιτάκι του, ἐνῶ
ἡ Σίρι ἔφερνε τὸν ἑλληνικὸ καφέ. Τότε, τὸν πλησίασε τὸ πνεῦμα μου (ὄχι ἐγώ, ἀλλὰ τὸ πνεῦμα
μου, ὅπως ἦταν πολὺ πρὶν... γεννηθῶ!) Καὶ τοῦ εἶπε::
« - Κύριε Ἄουγκουστ, σὲ ἐννενῆντα χρόνια, ὅταν ἐσεῖς δὲν θὰ ζεῖτε, κάποιος νεαρὸς θὰ ἀνεβάσει
τοὺς "Πιστωτές" σας, σὲ δική του μετάφραση. Θὰ θέλατε νὰ μοῦ πεῖτε ἐμένα, νὰ τοῦ πῶ ἐγώ,
ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα (1079), πῶς ν' ἀνεβάσει τὸ ἔργο σας;»
Ὁ συγγραφέας ἔστεκε ἀσυγκίνητος. Συνέχοζε νὰ καρφώνει ἕνα σανίδι. Ἡ Σίρι μπῆκε μέσα
βγάζοντας τὴν ποδιά της. Τότε τὸ πνεῦμα μου χάιδεψε φιλικὰ τὸν ὦμο τοῦ συγγραφέα καὶ - γιὰ
νὰ κάνει τὸ χαριτωμένο - τράβηξε δυὸοτρεῖς τρίχες ἀπὸ τὸ στῆθος τοῦ Σουηδοῦ.
« - Γιατί δὲν μοῦ ἀπαντᾶτε;»
Ὁ γρανίτης κάρφωνε:
« - Τώρα κάνω τὴ δουλειὰ τοῦ Ἰωσήφ», εἶπε. «Δὲν ἔχω καμία σχέση μὲ τὸν Πόνο» (ἐννοοῦσε
τὴν ζωή).
Μὲ τὴ στάση του, ἔδειχνε πὼς τὸ πνεῦμα μου τὸν ἐνοχλοῦσε. Τελικά, γύρισε τὰ βαθιὰ ἐκεῖνα
παράξενα μάτια του στὸ πνεῦμα μου καὶ τοῦ εἶπε:
« - Νὰ βρεῖ μόνος του τὸν τρόπο. Τὸ ἔργο μιλάει ἀπὸ μόνο του. Δὲν κάνω ἆλλες πιστώσεις. Δὲν
ἔχω καμιὰ σχέση μὲ τὸν Πόνο ἐγώ. Ἅμα δουλέψει θὰ τὸ βρεῖ». 


 Χά! Πᾶντα ἀσυμβίβαστος αὐτὸς ὁ Στρίντμπεργκ. Δέκα χρόνια μελετοῦσε μιὰ σκηνὴ (τῆς πορ
νείας) γιὰ τὸ ἔργο του «Ἔγκλημα καὶ ἔγκλημα». Παρατηροῦσε καὶ τὴν ἐλάχιστη ματιὰ τῶν ἠ-
θοποιῶν του, τὸν παραμικρότερο ἦχο τῆς φωνῆς τους, κατάργησε τὰ διαλείμματα καὶ τὰ μπάρ,
ἔφτασε νὰ δημιουργήσει τὸν τύπο τῆς σύγχρονης τραγωδίας καὶ μ' αὐτὸ ἔφτασε στὸ ὗψος τοῦ
Αἰσχύλου. Ἔλυσε - γιὰ μένα - κάθε σκηνικὸ πρόβλημα μ' ἕνα τραπέζι καὶ δύο καρέκλες: τὸ
τραπέζι χωρίζει καὶ συνδέει τοὺς ἠθοποιοὺς ποὺ βλέπουμε τὰ πρόσωπά τους προφίλ, ἀνφὰς καὶ
τρουὰ κάρ, ἄνετα. Ἔδωσε ἀξία στὸ κείμενο καὶ στοὺς ἠθοποιούς καταργῶντας τὰ σκηνικὰ («Πι-
στωτές
»), μά, κυρίως, ἔδωσε ἀλήθεια στοὺς διαλόγους του (καταργῶντας τὴν γαλλικὴ συμμετρία
καὶ τὶς κουτὲς ἐρωτήσεις ποὺ παίρνουν ἔξυπνη ἀπάντηση!). Ἡ πυκνότητα τοῦ λόγου (ἰδιαίτερα
στοὺς «Πιστωτὲς») εἶναι ἀνατριχιαστική. Οἱ «Πιστωτὲς» μποροῦν νὰ θριαμβεύσουν ἄνετα μέσα
σὲ ἀπόλυτο σκοτάδι, χωρὶς τὸν παραμικρὸ προβολέα. Τὸ ἴδιο καὶ ὁ «Πατέρας».

Αὐτὸς ποὺ εἶπε: «καμιὰ φορὰ ἡ θρησκεία μοῦ φαίνεται σὰν τιμωρία, γιατί κανένας δὲν εἶναι πι-
στός, ὅταν δὲν ἔχει βρώμικη συνείδηση
» καὶ πού, συγχρόνως, διαπίστωσε πώς: «ὁ φόβος τοῦ Θε-
οῦ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς φρόνησης
», γιὰ νὰ πεῖ καὶ ὅτι: «ὅταν φλερτάρεις μὲ τὸν διάβολο, ὁ Θεὸς σὲ
τιμωρεῖ
», γιὰ νὰ συμπεράνει πὼς ὁ Θεός, λοιπόν, «εἶναι πιὸ ἀνελέητος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους».

...Αὺτὸς ποὺ εἶπε: «κανένας κριτὴς δὲν εἶναι τόσο αὐστηρὸς ὅσο ὁ ἑαυτός μας» καὶ πώς: «εἴμαστε
ἀθῶοι μπροστὰ στὸν Θεό, ποὺ δὲν ὑπάρχει πιά· ὑπεύθυνοι μπροστὰ στοὺς ἑαυτούς μας καὶ στοὺς
ὅμοιούς μας
»...

...Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, μὲ τὶς ὑπεράνθρωπες δυνάμεις του, νὰ μὴ θέλει νὰ ἐπέμβει στὴν ἑρμηνεία τοῦ
ἔργου του; Ὦ, τοῦ ἔχω τόση λατρεία! Εἶναι διαρκῶς στὸ πλευρό μου. Δώδεκα μῆνες μελετῶ τοὺς
«Πιστωτές» - μὲ πόνο ἀληθινό, προπαντὸς ὅταν ἔτυχε νὰ ἔχω καὶ κακοπροαίρετους ἠθοποιοὺς κοντά
μου...

Ναί, εἶμαι ἐπηρεασμένος. Ὄχι, εἶμαι ἐρωτευμένος. Ὁ πρῶτος ἔρωτας τῆς ζωῆς μου. Ἄν ἀνεβάσω τὸ
ἔργο του, θὰ ἔρθει ἡ συντέλειά μου. Χαμογελᾶτε; Ὅλα εἶναι ὑποκειμενικά, Δικαίωμά σας. Δικαίω-
μα τοῦ ἐγὼ νὰ εἶναι ἐγώ, γιὰ κάθε ἐγώ.

Καὶ θὰ τελειώσω ἔτσι: μοῦ εἶναι δύσκολο νὰ ἐπαινῶ συγγραφεῖς ἐπειδὴ ἔχουν ἐπιβληθεῖ. Ἕνας ἀπὸ
τοὺς ἄπειρους λόγους ποὺ χαίρομαι τὸν «μισογύνη» Στρ. εἶναι ὅτι, μὲ τὸν μισογυνισμό του, κάνει τὸ
πιὸ φεμινιστικὸ κίνημα στὴν ἱστορία τῆς λογοτεχνίας. Ἡ Θέκλα στοὺς «Πιστωτὲς» εἶναι ἡ γυναίκα
ποὺ συναγωνίστηκε τὴ θέση τοῦ Θεοῦ, στὶς καρδιὲς δύο ἀντίζηλων ἀντρῶν. Δὲν ἔμεινε στὴ θέση αὐ-
τή - δὲν ἄντεξε ἡ ἴδια, δὲν φτούρησε, ἀλλὰ καὶ δὲν τὴν ἄφησαν ἐκεῖ καὶ οἱ ἆντρες της (Γουσταῦος,
Ἀδόλφος). Ὅμως, ἔστω καὶ γιὰ λίγο, ἦταν «ὅ,τι ἦταν ὁ Θεὸς πρὶν γίνω ἄθεος» (λέει ὁ Ἀδόλφος), δη-
λαδὴ «τὸ ἀντικείμενο ποὺ εἶχα ἀνάγκη νὰ λατρεύω». Πάντως, δὲν εἶχαν ἄδικο ποὺ τὴν καθαίρεσαν.
Γήινο πλᾶσμα ἡ γυναίκα. Ὅπως γήινο πλᾶσμα κι' ὁ ἄντρας. Ἄς ἀλλάξουν οἱ ἀξιώσεις μας. Ἄς γίνου-
με ὑπεύθυνοι... Σὰν τὸν Στρίντμπεργκ.

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2020

~
Κλινοσοφιστεῖες.

Γράφει ὁ Ἰάνης Λὸ Σκόκκο.

Εικόνα Ἑπτὰ ἔψιλον ().

..............................................................καὶ ξάπλωσα γυμνούλης, μὲ τὸ χέρι ἐκεῖ. Ὁπότε θυμήθηκα:

Ἑπτὰ ἔψιλον (7ε) ἤ Ἑρμοῦ Ἑρμηνευτικὰ Ἐρώτων, ἐκδόσεις περὶ Ἑλλήνων Ἐραστῶν τε καὶ Ἐρωμένων.
Κυκλοφοροῦν δηλαδὴ ἅπαντα τὰ γαμημένα καὶ ἡ ἐπιτομὴ μὲ τὰ ἀγάμητα, ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν καὶ καθοδή-
γησιν τοῦ θεοῦ Ἑρμοῦ, μὲ τὸν μόχθο καὶ τὸν ἱδρώτα, στὴν ἐπιμέλεια, ἐμοῦ, τοῦ κολλητοῦ του.

Ρεπορτάζ.
Στὰ ἐγκαίνια τῶν γραφείων καὶ τυπογραφείων μας, ἐπὶ τοῦ ὄρους Κυλλήνη, οἱ Νῦμφες τῆς Ἀρκαδίας
προσέφεραν στοὺς καλεσμένους παγωτὰ καὶ ἆλλα δροσιστικὰ "Γαλαξίας", μὲ σῆμα κατατεθὲν τὸ βυζὶ
τῆς Ἥρας νὰ χύνει γάλα. Ὑπαινιγμὸς ὅτι ἡ ζηλόφθων θεὰ πέταξε μακρυά της, ἐν στιγμῇ θηλασμοῦ, τὸν
Ἑρμῆ βρέφος...- ἀλλὰ .ασε, ἄς κάνουμε τὰ στραβὰ μάτια. Ἡ δασκάλα μου ἡ Ἀθηνᾶ ἀξίωσε νὰ πάρω μα-
ζύ μου τὴν γλαύκα της, ποὺ μοῦ χάρισε, ἀλλοιῶς θὰ μοὺ τὴν ἀποστεροῦσε διὰ παντός. Ἀπουσίαζαν τὰ
βόδια (ὅσοι δὲν διαβάζουν λογοτεχνία, δὲν θεατρίζονται καὶ ἀγνοοῦν τὴν ἔντεχνον μουσικήν) ἀλλὰ ὄχι
καὶ οἱ δαμάλες τοῦ στενοῦ περιβάλλοντος τῶν θεῶν, αἵτινες καὶ ἐδήλωσαν ὅλες λεσβίες, ἡ μία σαπφώ-
τερη ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἐπικινδύνως καλλονὲς καὶ μὲ ποιητικὰ ἔπαθλα. Ὁ Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, ὄχι μό-
νον άπρόσκλητος ἦρθε πρῶτος πρῶτος ἀλλὰ καὶ ὀλίγον τι πολὺ εἴρων, οὔτε κἄν μὲ φλερτάρησε, κι' ἄς
τοῦ πρόσφερα νὰ γλείψει τὸ πρῶτο χορταστικὸ παγωτό, ἐγώ, ποὺ δὲν ἦταν αὐτὴ ἡ δουλειά μου! Καὶ
ἐπειδή, ἀπὸ γεννησιμιοῦ μου, εὐκόλως θίγομαι, ὁδηγῶντας διὰ τοῦ βλέμματός μου τὸ λίαν πονηρὸν
ἰδικόν του βλέμμα πρὸς τὴν Μαριανέλλα Κλώκα*, εἶναι σὰν νὰ τοῦ τὰ εἶπα ὅλα: τὰ κείμενά μου θὰ κυ-
κλοφοροῦν σὲ χιλιάδες ἀντίτυπα ἐνῶ τὰ δικά σου, μεσιά, φεῦ!...- ποτὲ δὲν ξεπέρασαν τὴν πρώτη δεκά-
δα τιρὰζ (ὅσο ζοῦσες), μολονότι ἀψόγως ὀρθογραφημένα (ψιλή, βαρεία, δασεία, περισπωμένη, ὑπογε-
γραμμένη) καὶ σὲ χειρόγραφα.


Γενικῶς, ὅλοι οἱ θεοὶ καὶ αἱ θεαὶ τοῦ Ὀλύμπου ἐπιφυλάχθηκαν νὰ ἔρθουν, ἀφοῦ (λυποῦμαι) δὲν τοὺς γέ-
μιζα τὸ μάτι ἐγώ, ὡστόσο ἔστειλαν τὰ ἄλλοτε ὑπὸ τοῦ Ἑρμοῦ κλεμμένα τους νὰ ἐκτεθοῦν (παγκόσμια
πρώτη). Κάτι δηλαδὴ σὰν ἐκεῖνο ποὺ οἱ μᾶγκες μας ἀξιώνουν νὰ φέρουν ὡς "δανεικὰ" τὰ γλυπτὰ τοῦ
Παρθενῶνος ἀπὸ τὴν Ἀγγλετέρας καὶ δὲν τὴν ἀπαυτώνουν ἄνευ σιέλου, τὴν Κυπροχωρίστραν. Κοντο-
λογίς, πλὴν τῶν δαμαλισσῶν τοῦ Ἀπόλλωνος, ἐκτέθησαν (μὲ τὴν καλὴν ἔννοιαν): ἡ πυράργα τοῦ Ἡφαί-
στου (κατάλληλη γιὰ νὰ ψήνεται κανεὶς στὸν ἔρωτα), ἡ τρίαινα τοὺ Ποσειδῶνος (νὰ τρυπᾶ κατάκωλα
τοὺς κερατοῦντας ἄνευ προφυλακτικοῦ), τὸ ξίφος τοῦ Ἄρεως (πρὸς ἀκαταμάχητον μονομαχίαν μὲ ὁμο-
φοβικούς), ἡ ζώνη τῆς Ἀφροδίτης (ἀχρείαστη νἆναι στὴν Εὐαγγελία Βλάμη* καὶ στὶς φίλες της), τὸ σκῆπ-
τρο τοῦ Διός (ποὺ ἴσως δοθεῖ ἐφέτος στὸν Γιῶργο Τσιτιρίδη*) καὶ ὁ κεραυνὸς τοῦ Διός, πού, τελικῶς, δὲν
τόλμησε ὁ προστάτης καὶ ἐραστής μου θεὸς νὰ κλέψει, φοβούμενος μὴν καεῖ...- καὶ τότε: ποιός θὰ ὁδη-
γοῦσε τὶς ψυχές (καὶ τὴν ἰδικήν του) στὸν Ἅδη; Ἄχ, Ἑρμῆ! Ποῦ σὲ βρῆκα, ἄχ; ...

Σὲ περίοπτη θέση, μὲ τὸ κηρύκειό του καὶ τὰ φτερωτὰ σανδάλια του ἐναποθετημένα ἑκατέρωθέν του, ὁ
ὕψιστος Ἑρμηνευτὴς Ἑρμῆς, ποὺ λίγο ἔλλειψε οἱ ἀσύδοτοι τοῦ εἰκοστοῦ πρώτου αἰῶνος νὰ τοῦ κάψουν
τὸν ἐξαίσιο κῶλο στὴν Ὀλυμπία (θὰ τοὺς πετσόκοβα τὸν χεστήρα καὶ στοὺς 300 - ὄχι τοῦ Λεωνίδα) - δὲν
μὲ ξέρουνε ἐμένα τί πούστης γίνομαι, ἅμα θέλω...), μοῦ ἔκλεισε τὸ μάτι, νὰ ξεκινήσω. Εὐτυχῶς, τὸ κλῦ-
σμα ἀποδυνάμωσε τὸ τράκ μου. Ἐπὶ ἁμάξης ἔδωσα ὀλίγα ἐδάφια ψαλμῶν, τὰ ἐξ ἁμάξης, πρὸς τοὺς ἀπα-
νταχοῦ κομπλεξικούς.
Ἰδοὺ μερικά:

* Ὁ καθὼς πρέπει ὁμοφυλόφιλος ξαπλώνει μὲ τὸν καλό του ἀλλὰ κοιμᾶται μὲ τὴν μαμά του.
* Θέλω νὰ μάθω τί ἄνθρωπος εἶσαι. Πές μου ἀστεῖα.
* Δὲν ἔμαθα ποτὲ - κι' ἄς προσπάθησα πολύ - τί στὴν Φύση καὶ στὴν Ζωὴ εἶναι "διαφορετικό", ἀλλὰ κά-
θε διαφορετικὸ μοῦ φάνηκε πιὸ γνήσιο ἀπὸ τὸ κοινῶς πραδεκτό. Καὶ δὲν νομίζω πὼς λέω κάτι διαφορε-
τικὸ ἀπὸ τὴν Ἀλήθεια.
* Ἐξαπατοῦμε τὸν ἑαυτό μας χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουμε. Ὅταν ὅμως μᾶς ἐξαπατοῦν, τὸ βλέπουμε.
* Τὸ μίσος εἶναι ἡ ἀγάπη ποὺ ναυάγησε.
* Τὸ μίσος σὲ κάνει νὰ βλέπεις ξεκάθαρα.

Ἄ! Παραλίγο νὰ τὸ ξεχάσω. Μὲ τὴν ἔμφυτον χάριν μου, ξαπόστειλα τὸν Ἑρμῆ Ὀνειροπομπὸ καὶ Ὑπνο-
δότη νὰ πάει στὸν Ἀχέροντα καὶ τὴν Ἀχερουσίαμ ὡς μὴ ἔχοντα καμία δουλειὰ μεταξύ μας.

Ἀγώνιες καὶ Ἐναγώνιες, οἱ ἐκδόσεις μας, ἐξοπλισμένες μὲ στρεγγλίδα, ξύστρα δηλαδή, μὲ τὴν ὁποία θὰ
ξύσουμε τὸν νοῦν καὶ τὴν ψυχή μας ἀπὸ προκαταλήψεις ποὺ μᾶς καθιστοῦν ἀνέραστους καὶ δυστυχεῖς,
ἐπιτέλους εἶναι πραγματικότης, ὡς λάλον ὕδωρ στὸ αὐλάκι. Γαλήνη πνεύματος (εἶμαι δὰ 63 χρονῶν)
καὶ λεπτότης σκέψεως (ὁ διδάσκαλός μου Γιάννης Σιδέρης πρῶτος μὲ εἶπε: "κράμα εὐαισθησίας, χάρι-
τος καὶ μοντερνισμοῦ"). Ἄχ, νὰ μὲ λέγανε Λόγιον Ἑρμῆ!...

Στὸ τέλος τῆς ἐκδήλωσης, δὲν προλάβαινα νὰ μοιράζω μαρμάρινες Ἑρμές, τὰ γνωστὰ Ἑρμίδια, ἤτοι:
ἀγαλματάκια μὲ τὸ κεφάλι τοῦ Ἑρμοῦ ἤ τοῦ Διονύσου (τὸ πήγαινε κι' αὐτὸς τὸ γράμμα), χωρὶς κορμί,
ἀλλά, ἀντ' αὐτοῦ, τετραγωνικὴ στήλη μὲ αἰδοῖο (γιὰ τοὺς σεμνοτύφους) ἤ ψωλή (γιὰ ὅλους), γύρω στὰ
εἴκοσι ἑκατοστά (...ἀκριβούτσικο τὸ πεντελικὸ μάρμαρο!...) Καί, ἐπειδὴ ὁ Ἑρμῆς, ὁ Κυβερνήτης στὸν
ἀστεριμό μου τῆς Παρθένου, εἶναι ὁ πρῶτος πλανήτης ποὺ βρίσκεται κοντὰ στὸν Ἥλιο, ἄρα θερμό-
αιμος, ἄρα γυμνιστής, ἄρα ἀπὸ δῶ πᾶν' κι' ἆλλοι, ἄρα μὲ τοῦτον τὸν γυιὸ τοῦ Διός καὶ τῆς Ἀτλαντίδος
Νύμφης Μαίας, ἔχουμε μέλλον! Θὰ του καθήσω. Στὸ ἀληθινὸ ἑρμίδιον ἐννοῶ. Καὶ θὰ βγεῖ ζουμὶ ἀπ'
αὐτό. Γόνιμο.

Υ.Γ. Πές το ὡραῖα καὶ θὰ ὑπάρξει. Θεὸς Λόγος ἔστι.

---------------------------------------------------------------------------------------- μὲ χοὲς στοὺς νεκροὺς ἔρωτες.
------
* Συναργάτες τῆς Ἀνοχύρωτης Πόλης.
------
Πρώτη Δημοσίευση: ἐφημερίδα Ἀνοχύρωτη Πόλη, τ. 23. 21 Νοεμβρίου 2007.

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2020

Οἱ λᾶθρο...

Σιχαινόμουν τὴν τουρκιά τους,
ἀλλὰ τώρα τὴν ποθῶ,
μὲ μαγεύει ἡ θωριά τους
κι' ἀπ' αὐτούς, ἄς γκαστρωθῶ.

Νἄχουνε τὸ παραδάκι
- ποὺ τοὺς δίνουμε ἐμεῖς -
ἄχ, νὰ νιώθω μπασταρδάκι...
ἀλλὰ κι' ὀπισθογεμής!

Θέλω νὰ τοὺς δῶ,
θέλω νὰ τοὺς δῶ,
θέλω νὰ δῶ τοὺς λᾶθρο,
τοὺς λᾶθρο, τοὺς λᾶθρο,
θέλω νὰ δῶ τοὺς λᾶθρο
νὰ μᾶς κυβερνοῦν.

Στὴ Βουλή μας, ὅταν μποῦνε,
ποὺ δὲν ἔχει πιὰ Χριστό,
χίλι' <Ἀλλὰχ!...Ἀλλὰχ!...> ἀρκοῦνε
κι' ἐγὼ νὰ ξεφτυλιστῶ.

Τί τὴ θέμε τὴν Ἑλλάδα,
τῆς σημαίας τὸ πανί;
Ὥς κι' ἡ Ἀθηνᾶ Παλλάδα
βγῆκε παρακατιανή.

Θέλω νὰ τοὺς δῶ,
θέλω νὰ τοὺς δῶ,
θέλω νὰ δῶ τοὺς λᾶθρο,
τοὺς λᾶθρο, τοὺς λᾶθρο,
θέλω νὰ δῶ τοὺς λᾶθρο
νὰ μ' ὀθωμανοῦν!

Κι' ἐπιτέλους, οἱ ἀρχαῖοι
τί γυρεύουν ἀπὸ μᾶς;
Πόσο ἀξίζουνε τὰ κλέη,
ὅταν τὰ βαρυγκωμᾶς;

Ἀθήνα, πόλις σιχαμερή, ὥρα 8:41.

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2020

(Ἀντίγραφον - Ὅρκος):
~
Ἄργησες πολὺ νὰ καταλάβεις, Ἀλεξάνδρα, τὸ τί πρόκειται νὰ συμβεῖ. Δὲν φταῖνε οἱ Σκοπιανοί. Ἐκεῖνοι τὶς φιλοδοξίες τους κυνηγοῦν καὶ τὶς πετυχαίνουν.
* ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ, οἱ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΙ καὶ τὰ ΨΩΝΙΑ φταῖνε. Ἐλάχιστος ἀριθμὸς Ἑλλήνων ξέρουμε τὴν ἀξία τῆς Γλώσσας. Τῶν ὀνομάτων καὶ τῶν ρημάτων καὶ τῶν ἐπιθέτων καὶ τῶν προσδιορισμῶν καὶ τῶν σημείων στίξεως
* Τώρα, σπουδάζουν Ἀγλωσσία καὶ τὴν διδάσκουν, καλλίτερα ἀπ' ὅ,τι τὴν ἔμαθαν = πρὸς τὸ χειρότερο, μὲ πλήρη ἄγνοια τοῦ τί κάνουν, αὐτοθαυμαζόμενοι, σὲ Γυμνάσια, Λύκεια, Φροντιστήρια, Πανεπιστήμια. Δὲν ξέρουν ὅτι μὲ τὶς λέξεις ἀθωώνεις ἐγκληματίες καὶ καταδικάζεις ἀγγέλους. Μὲ τὶς λέξεις ἀγοράζεις ἤ πουλᾶς ἤ δανείζεις ἤ χαρίζεις, ἀνάλογα μὲ τὸ ποῦ τὶς τοποθετεῖς σὲ μία πρόταση.
* Ἡ ἀσυδοσία ἄρχισε μὲ τὴν χαλάρωση καὶ τὸ μονοτονικό.
* Ἔφτασε ἕνα ζωντόβολο νὰ μοῦ πεῖ ὅτι ἐνοχλεῖται τὸ ἴδιο μὲ τὸ πολυτονικό μου, ὅσο ἐνοχλοῦμαι ἐγὼ μὲ τὸ λατινικὸ ἐρωτηματικό του στὰ ἑλληνικά.
* Θὰ μοῦ μάθει γλώσσα, ὕστερα ἀπὸ ἀκριβῶς 50 χρόνια μεταφράσεων, ποὺ δούλευα πρωί, μεσημέρι, βράδυ, 365 μέρες τὸν χρόνο, γιὰ ἕνα κομμάτι ψωμί, μὲ θεά μου τὴν Γλώσσα.
* Καὶ ναί, μέν, ὁ Τσίπρας ὁλοκλήρωσε τὴν ὀλέθρια "συμφωνία", οἱ ἆλλοι ὅμως, οἱ προηγούμενοι κρυφοπαίζανε τὸ ἴδιο πρόστυχο παιγχνίδι, - τοὺς ἀρκοῦσε ποὺ συναλλάσονταν μὲ τὸ "Μακεδονία" καὶ βγάζανε λεφτά, λεφτά, λεφτά. Οὔτε πουτάνα νἄτανε! Κάποτε θὰ γερνοῦσε καὶ θὰ τὴν πετοῦσαν στὰ σκουπίδια. Νὰ γιατί δὲν δέχομαι οὔτε τὸ λατινικὸ ἐρωτηματικὸ σὲ γλώσσα ποὺ δὲν τῆς ἀνήκει.
* Λοιπόν, ναί μὲν θὰ εἴμαστε ὅλοι μαζὺ στὴν Ἑνωμένη Εὐρώπη (ποὺ νὰ μὴν ἔσωνε νὰ ἤμασταν), ἀλλὰ γιὰ νἄρθω ἐγὼ π.χ. στὴν Θεσσαλονίκη, ὅπου ὑπηρέτησα στρατιώτης τῆς Ἑλλάδος, σύντομα θὰ πρέπει νὰ ὑπακούσω στοὺς Νόμους τῶν Σκοπίων. Μπορεῖ νὰ θεωρηθῶ καὶ ἀνεπιθύμητος λόγῳ τοῦ μηνύματός μου αὐτοῦ. Καὶ στὸν Διάολο νὰ μὲ στείλουνε, ζωντανὸ ἤ νεκρό, Ἕλληνας θὰ εἶμαι. Ἀληθινός. Ὄχι σὰν αὐτούς.
(Ἀντίγραφον - χωρὶς τὸ βίντεο, ἐπειδὴ μπορεῖ νὰ καταργηθεῖ. Οἱ ἔντιμοι τὸ ξέρουν, γιατί τὸ ζοῦν στὸ μαστιγωμένο πετσί τους):
~
Ὁ νεαρὸς τῶν 450 εὐρὼ ποὺ τὰ εἶπε ὅλα σὲ λιγώτερο ἀπὸ 4 λεπτά, δεῖτε τὸ βίντεο!!!
Στὴν χθεσινὴ διαδικτυακὴ ἐκπομπὴ τοῦ Νίκου Χατζηνικολάου, στὸ enikos.gr ,  τὸ θέμα τῆς συζήτησης ἦταν: ἄν ὑπάρχει ζωὴ μετὰ τὸ Μνημόνιο 3. Καὶ ἡ ἀπάντηση ὖρθε  ἀπὸ τὸν νεαρὸ τῶν 450 εὐρώ…
==
* Ναί, καὶ νὰ μὴ βρίσκεις, σὰν νέος, μιὰ γυναίκα ξεπεσμένου πολιτικοῦ ποὺ νὰ ἔχει ἔστω περίπου 2.500 εὐρὼ τὸν μήνα, νὰ τὴν φλερτάρεις, μήπως καὶ σὲ καλέσει νὰ φᾶτε ἕνα μεσημέρι ἀπὸ τὸ φτωχικό τους! ---------------------------------Νεαρέ μου, τὸ ἀλλοδαπο-ἑλληνικὸ κράτος καὶ οἱ ἐργοδότες θέλουν ἀλλοδαποὺς καὶ μόνον ἀλλοδαπούς, χώνεψέ το. Νὰ τοὺς δίνουν ἐπίδομα. Νὰ τοὺς προσλαμβάνουν μὲ μισὸ (μαῦρο) μεροκάματο, ἆντε καὶ μὲ λίγα ἔνσημα τὸν χρόνο.---------------------------------Ἄν κάνουν ὅμως καὶ καλὸ σέξ, θἄχουν πολλὰ κέρδη, ἀρκεῖ νὰ "μὴ μιλᾶνε", νὰ μὴ μαρτυρᾶνε. Προσφορὰ ὑπάρχει ἀπ' ὅλες τὶς μεριές..---------------------------------Τέλος, ὁ πολίτης αὐτὸς δὲν ἄφησε ἄφωνο κανέναν πολιτικό, γιατί ὅλοι αὐτὰ τὰ ξέρουν, γι' αὐτὰ ἔχουν καταναλώσει φαιὰ οὐσία νὰ τὰ ἐπιτύχουν. Μὴν ἀκοῦς ποὺ σὲ παινεύουν οἱ λαοπλᾶνοι.
21 Οκτώβριος, 2015 στις 09:56.


~
 Ὁ Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης,
ὁ Ἀντρὲ Ζὶντ
καὶ τὸ Ο Χ Ι μας.

Χθὲς παρακολούθησα στὸ Λαϊκὸ Πανεπιστήμιο τὴν σχετικὴ ὁμιλία τοῦ κ. Καργάκου. Ἤμουν, νὰ τὸ παραδεχθῶ, ἕτοιμος νὰ τοῦ τὰ ψάλω ποὺ ὁ γυιός του ἀντιγράφει τὰ κείμενά του (τοῦ πατέρα του) στὸ Φέις Μπούκ μονοτονισμένα. Καὶ ποὺ μοῦ δικαιολογήθηκε, γραπτῶς, ἐκεῖ, ὅτι «καλλίτερα ἔτσι παρὰ καθόλου» γιατὶ «δὲν……..προλάβαινε νὰ τὰ πολυτονίσει»!
Ὁ πατέρας του ὡστόσο κόπτεται γιὰ τὸν πολυτονισμό. Ὅπως ἄλλωστε κι’ ἐγώ, κι’ ἄς μὴν εἶμαι τίποτα σπουδαῖο γιὰ τὰ Ἑλληνικὰ Γράμματα. Νὰ μία ρετσινιά γιὰ τὸν συγγραφέα Καργάκο, τώρα, ποὺ εἶναι ζωντανὸς καὶ μπορεῖ νὰ διορθώσει τὸ πρᾶγμα.
Πατέρας εἶναι, συγγραφέας μεγάλος θεωρεῖται, νὰ τοῦ ἀφαιρέσει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἀντιγράφει, ὥστε νὰ μὴν διδάσκει στοὺς ἄλλους, αὐτὸ πού, μέσα στὸ σπίτι του τὸ ἴδιο, δὲν τηρεῖ.
~Ἤμουν ἕτοιμος ἐπίσης νὰ σηκωθῶ νὰ φύγω ἀπὸ τὸ πρῶτο λεπτὸ τῆς ὁμιλίας του, μόλις ἀναφέρθηκε ἡ λέξη «φασιστής». Ἀλλὰ τελικὰ ἔμεινα,
πιέστηκα νὰ μείνω (πολλοὶ φύγανε, σχεδὸν ἡ μισὴ αἴθουσα ἄδειασε λίγο λίγο, θἄλεγα καὶ λίγο φανερὰ ἀδιάφοροι ἤ ἐνοχλημένοι, – καθόμουν στὴν τελευταία σειρὰ τῆς μεγάλης αἴθουσας), ἤθελα νὰ δῶ ποῦ θὰ τὸ πάει.

Ὁπωσδήποτε ἐπαίνεσε τὸν Καβάφη τόσο ὥς τὰ ὕψη, ὥστε νὰ…μπορέσει νὰ περάσει καὶ τὴν «ἀνακάλυψή» του πιὸ ἄνετα.
Σχεδὸν στὸ τέλος μᾶς εἶπε (αὐτὸ ἦταν τὸ νόημα): δὲν πειράζει, πολλοὶ ἦταν φιλοναζιστές, ὅπως ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ἀκόμη καὶ ὁ Ἀντρὲ Ζίντ!… Καὶ ἆλλοι, σχεδὸν δὲν ἄφησε ἔξω κανέναν. Καὶ ἀρκεῖ ποὺ δὲν ἦταν κομμουνιστές (ὁλοφάνερα αὐτὸ ἐννοοῦσε ὅταν ἀναφερόταν μὲ ἀπέχθεια στὸν Στρατῆ Τσίρκα).
Τελικὰ δὲν μίλησα καθόλου, γιατί ἆλλες φορές, ποὺ ἔχω μιλήσει, ὅλοι οἱ ἆλλοι ἔκαναν τὴν πάπια.
Εἶπα στὸν ἑαυτό μου: ἔχω τὸν τρόπο μου, τὸ γράψιμο, στὸ διαδίκτυο, ὅπου δὲν ἔχω νὰ δώσω λογαριασμὸ παρὰ μονάχα στὸν ἑαυτό μου, στὴν ἐντιμότητά μου καὶ σὲ κανέναν ἐκδότη. Δὲν χρειάζομαι κανέναν.
Τόσο ὁ Ἀντρὲ Ζίντ (γιὰ ὅσους δὲν μὲ ξέρουν, ἀσχολήθηκα ἐπιτυχῶς ξεκινῶντας ὡς μεταφραστὴς καὶ καταλήγοντας νὰ πάρω καὶ ὑποτροφία μεταφράζοντας ἄλλη μιὰ φορὰ Ζὶντ κι’ ἔχοντας δουλέψει ἀρκετὰ γι’ αὐτόν) ὅσο καὶ ὁ Κωνσταντῖνος Π. Καβάφης μοῦ εἶναι ἄκρως «συγγενικὰ» ἄτομα (ἄν ἐγὼ δὲν ἀξίζω τίποτα περισσότερο ἀπὸ μιὰ ζωντανὴ – θέλω νὰ πῶ πρὶν πεθάνω – διαμαρτυρία). Τοὺς «γνωρίζω» ὡς ἑαυτόν. Ἀμέτρητες φορὲς ἀμέτρητοι ἄνθρωποι ἀντικρύζοντάς με, ἀναφωνοῦν: ὁ Καβάφης!…
Λοιπόν, ἐκεῖνο τὸ Μεγάλο Ὄχι εἶναι διάχυτο καὶ στὸν Ἀντρὲ Ζὶντ καὶ στὸν Καβάφη, σὲ ὅ,τι κι’ ἄν διαβάσεις δικό τους.
Ἐπίτηδες βάζω ἀνάμεσά τους καὶ τὸν ἑαυτό μου: κανένας μας δὲν εἶπε ποτὲ ΝΑΙ σὲ τίποτα. Ἕνα ΝΑΙ θέλετε; Αὐτό: ὡς ζωντανός, τοὺς παίρνω στὸν λαιμό μου: τὸ ΟΧΙ εἶναι συνυφασμένο μ’ αὐτούς (ἀπὸ κοντὰ κι’ ἐγώ).
Μά, στὰ σύγκαλά του, γέρασε τόσο ὥστε νὰ νομίζει πὼς ἕνας Καβάφης, ποὺ ἔκανε αἴνιγμα τὴν ἐντελῶς προσωπικὴ βιογραφία του, ἦταν δυνατὸ νὰ ὑπογράψει, καὶ μάλιστα νὰ συνυπογράψει μὲ ἄλλους ἄσχετους τέτοιαν ὁμολογία;
Τί συνέβη τότε; Βλέπω, ἔχουν δοθεῖ πολλὲς σωστὲς ἐξηγήσεις ποὺ ἀρνοῦνται τὴν κακοήθεια.
 Ἀρκοῦμαι στὸ ὅτι τὸ ΟΧΙ τοῦ Κωνσταντίνου Π.Καβάφη τὸ διεκδικῶ ἐγώ ὡς κληρονομιά.
Κι’ ἄς μὴν εἶμαι τίποτα ἀναγνωρισμένο.
Εὐχαριστῶ ποὺ μὲ διαβάσατε.
30 Ἰανουαρίου 2019 ·
(Ἀντίγραφο ἀγουροξυπνημένου Ἕλληνος - ἀντιαλλοδάπ!...):
~
Ἡ εἴδησις:
ΜΑΤΑΙΩΝΕΤΑΙ Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΗ ΝΙΓΡΙΤΑ.
~
Ὅλοι, σ' αὐτὴν τὴν κοινωνία, σέβονται καὶ κατανοοῦν, [καθὼς λέγει ὁ Προκόπης Παυλόπουλος] ἤ μᾶλλον: πρῶτα πρέπει νὰ κατανοοῦν καὶ ὕστερα νὰ σέβονται τοὺς ἀγῶνες (καὶ τὶς ἀγωνίες θἄλεγα) τῶν ἄλλων κι' ἄς εἶναι ΚΑΙ οἱ ἴδιοι ὑπαίτιοι/τεχνητῶς ἀνυπαίτιοι ποὺ οἱ ἆλλοι ὑποφέρουν ( = τὸ λιγώτερο ποὺ μπορεῖ νὰ πεῖ κανεὶς ἐπ' αὐτοῦ) ἀλλὰ... Γηράσκω ἀεὶ διαφθειρόμενος, ὅταν ζῶ ἐν Ἀλλοδαπ'-Ἑλλάδι, διὰ τοῦτο καὶ σκύβω τὸ κεφάλι, τρώγω τὶς ἀλλεπάλληλες κατακέφαλες καὶ δοξάζω τὸν Θεὸ τοῦ Χρήματος καὶ τὸ κράτος γιὰ τὸ "μερισματάκι" ποὺ μέλλεται νὰ λάβω ὡς φτωχαδάκι ἤ τὴν αὐξησούλα ποὺ θὰ νομοθετήσουν ἀλλὰ δὲν θὰ μοῦ δώσει κανεὶς ἐργοδότης καὶ ὕστερα κανένα δικαστήριο δὲν θὰ ἐλέγξει ἄν πραγματοποιήθηκε ποτὲ ἡ ὑπέρ ἐμοῦ ἀπόφασή του νὰ μὲ δικαιώσει. Ἄν δὲν εἶσαι τοῦ κόμματος... Τέλος πάντων, δὲν θὰ σκάσουμε. Συμβουλή: οἱ ἡλικιωμένοι νὰ κάθονται στὰ σπίτια τους καὶ νὰ μὴν ἀνατρέχουν σὲ Μακεδονίες καὶ Θράκες καὶ ὅπου ἀλλοῦ, γιὰ τιμητικοὺς τίτλους καὶ τὰ τοιαῦτα, ἄχρηστά τους, πράγματα. Ὅση λιγώτερη ἀνάμιξη σὲ μελλοντικὲς ἤ ἀναβράζουσες καταστροφές, καμωμένες ἀπὸ ἄλλους ἔστω πιὸ... ἁρμόδιους, τόσο καλλίτερα γιὰ τὴν ψυχή τους - ἄν πιστεύουν στὸν θεούλη τὸν ἄφραγκο!