Πέμπτη 5 Απριλίου 2018

23 Ἰουνίου 2012, καὶ ὥρα 5:18.
Κλινοσοφιστεῖες.
~~~~
Γράφει ὁ  Ἰάνης Λὸ Σκόκκο...



θέλει σπουδὲς νὰ γίνεις Κλινοσοφιστὴς,
δὲν ἀρκεῖ μόνον ἔρωτες νὰ φανταστεῖς.

.............................................................."...καὶ ξάπλωσα γυμνούλης μὲ τὸ χέρι ἐκεῖ. Ὁπότε θυμήθηκα:
Ὀλίγες γνώσεις χρωστῶ στὸ σχολειό μου,
- τὸ διπλὸ κρεβάτι στὸ δωμάτιό μου.
Ἐλάχιστα, κατ' οἶκον, θἆχα μάθει!

Μὲ φροντιστήρια πέτυχα, στὰ πάθη,
νὰ πάρω καὶ βραβεῖα καὶ διπλώματα.
- Στὶς γωνιὲς καὶ στὰ δάση, ἐξετάσεις

δῶσε,
μοῦ 'παν, ἄν θὲς στὸ σὲξ ν' ἁγιάσεις!
Καὶ ποῦ δὲν ἔτρεξα γιὰ νὰ προκόψω,
σταυροκοπιόμουν μὴ τυχὸν προσκόψω

σ' ἐμπόδια. Τρόμαζα τάξη μὴ... χάσω.
Προβιβαζόμουν χωρὶς νὰ διαβάσω,
περνοῦσα πᾶντα πρῶτος κι' ἀριστοῦχος...

- ἔ, ἤμουν κι' ἐκ φύσεως προνομιοῦχος,
πῶς νὰ τὸ κάνουμε, δὲν σᾶς τὸ κρύβω...
Ὅλα μου τἆχα πολλαπλά, στὸν κύβο!

Ἀκόμα μοὔχει μείνει δοξασμένο,
κάτι - δὲν θὰ πῶ τί - πεπειραμένο
σ' εἰσόδους, σ' ἐξόδους, κοπανίσματα...

- ἄν καὶ, ποῦ καὶ ποῦ, μοῦ κάνει πείσματα!
Τὸ χαϊδεύω, τὸ θωρῶ μὲ λατρεία,
σηκωτό, μὲ πολλὴ κοκεταρία.

Ὤ, μὸν Ντιὲ, μόνον Σὺ ξέρεις πῶς ξέρω
τί γλύκας λαῦρα λόγια νὰ προφέρω,
ἐραστής, σ' ὅποιο κρεβάτι κι' ἄν πέσω.

Λεπτομέρειες μὴν θὲς νὰ παραθέσω
- δὲν κάνει! - μὴ τυχὸν σκανδαλιστοῦνε
κι' ὅσοι κι' ὅσες τὰ διαβάζουν... στηθοῦνε!
................................................................................. μὲ χοὲς στοὺς νεκροὺς ἔρωτες".

Τετάρτη 4 Απριλίου 2018

30 Ἀπριλίου  2012, καὶ ὥρα 11:12. 
Κλινοσοφιστεῖες.
~~~~
Γράφει
Ἰάνης Λὸ Σκόκκο.

. Μεταξένιος καὶ ἀλαβάστρινος ἀφαλός!...
.............................................................."...καὶ ξάπλωσα γυμνούλης μὲ τὸ χέρι ἐκεῖ. Ὁπότε θυμήθηκα:
Ἀφικνουμένου τοῦ θέρους, ἱκνουμένη καὶ ἡ ἐπάνοδος τῶν περιηγήσεων ἐπὶ τῆς κλινοκορμοστασιᾶς.
Διὰ τὸ ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ἐμῆς χάριτος, ἐννοεῖται! Διὰ τοῦτο καὶ δὲν χρονοτριβῶ πλέον νὰ σᾶς πῶ πὼς οὔτε ἡ Βουγιουκλάκη, ἄν ζοῦσε ὥς τὰ 67 καὶ βάλε της, θὰ ἦταν ἀξία λόγου διὰ νεανικότηταν, χάριν καὶ ἅπαντα τὰ δῶρα τῆς φύσεως τὰ ὁποῖα σπανίως προσφέρει ὁ Θεὸς εἰς ἕν πλᾶσμα Αὐτοῦ - καὶ δὲν ξέρω γιατὶ τὸ κάνει  αὐτό, ἀλλά:  νά,  ποὺ...τὸ κάνει! Καὶ ὅν (οὐδέτερον) Ἐκεῖνος ἔπραξεν, καλῶς παραμένει ἀδιαπραγμάτευτον.
Περὶ τοῦ κοὺ ντὲ πιέ μου καθὼς καὶ διὰ τὰς κνῆμαςγᾶμπες μου ἤδη ἔχουμε θριαμβολογήσει. Θὰ παρακάμψωμεν τὰ μπούτια μου καὶ οὐκ ὁμιλήσωμεν περὶ αὐτῶν δι' ἕναν καὶ μόνον λόγον: τὰ ἀνδρικὰ μπούτια δὲν προσελκύουν τοσοῦτον πολὺ τὸ βλέμμα, οὔτε ὑπάρχει περίπτωσις μιξοπαρθενίας καὶ ὅ,τι ἆλλο συμπεριελαμβανόταν τὸ πάλαι ποτὲ εἰς τὰς προγαμιαίας συνετὰς περιπτύξεις. Ἁπλῶς καὶ τὰ μπούτια μου εἶναι ἀναμφισβήτως ὡραῖα καὶ... πᾶμε παρακάτω!
Ἤ μᾶλλον,  ἀρκούντως  παραπάνω, παρακάμπτοντες καὶ τὸ δάσος τῶν μεγάλων θυσιῶν, ὅπου: χοὲς καὶ θαύματα λαμβάνουν χώραν ἀπὸ μιὰν ἐφηβικὴν στιγμὴν κι' ἔπειτα μέχρις θανάτου. Τὴν περιοχὴν τοῦ ἱεροῦ μου σφαγείου, σᾶς προτείνω νὰ τὴν ἐπισκεφθεῖτε διὰ ζώσης, λάιβ, ὅπως συνηθίζεται εἰπεῖν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας. Θὰ ἔχετε οὕτω τὴν εὐτυχίαν θωπίας, τὴν ἀπόλαυσιν λειχίας καὶ ἆλλα τινὰ ποὺ ἐντρέπομαι δακτυλογραφεῖν!
Ἔ, λίγο πιὸ πάνω, βρίσκεται ἡ ἀλαβάστρινος καὶ μεταξωτὴ πεδιὰς τῆς κοιλίας μου!
Ἄ, δὲν θὰ ὁμιλήσουμε καθόλου περὶ τῶν ὀπισθίων μου - παρ' ὅτι κάθε νοσοκόμα, ποὺ μοῦ ἔχει κάμει ἔνεσίν τινα,  ἔμεινε ἄφωνος διὰ τὸ κᾶλλος αὐτῶν. Σᾶς παραπέμπω, ἵνα διευκολύνω ὑμᾶς, εἰς τὸ ἀρχαιολογικὸν μουσεῖον τῆς Ὀλυμπίας, ὅπου καὶ δύνασθε νὰ ὁρμήξητε ἐπὶ τῶν τοῦ Ἑρμοῦ ὀπισθίων... κατὰ βούλησιν. Μὲ ξένον κῶλον, ὅλα καλὰ!
Ποῦ εἴχαμε μείνει; Ἄ, ναὶ, στὴν κοιλιά μου!
Πλησιᾶστε, θαυμᾶστε, ἀγγίξετε. Τί καὶ πόσον ἁπαλὴ, σὰν ροδοπέταλο ἁγνοῦ χρώματος! - ἔ, ὄχι καἰ τελείως ἁγνὴ, ἡ ἰδία. Μόνον γιὰ χρῶμα μίλησα.
Καὶ στὸ κέντρον: ὁ ἀφαλὸς! Λένε πὼς ὅλοι οἱ ἀφαλοὶ εἶναι ἴδιοι - δὲν εἴμαστε καλὰ! Ὁ ἀφαλὸς ὁ δικός μου, αὐτὸ τὸ ὑπεροχο κόσμημα, ποὺ οὔτε ὁ Μπενβενοῦτο Τσελίνι θὰ μποροῦσε ποτὲ νὰ κατασκευάσει... - τὶ λέω; οὔτε κἄν νὰ διανοηθεῖ, ἄν θέλω πάντα νὰ ἀκριβολογῶ - ἴδιος μὲ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου θνητοῦ!
Ὁρίστε, πᾶρτε μιὰ λούπα καὶ κοιτᾶξτε: ὁποία γλυπτικὴ σύνθεσις,  ἐν σμικρῷ,  διανθισμένη μέ τινας τρίχας ἔξωθεν. Θὰ ἔλεγα "μήτρα" ἀλλά, πρὸς ἀποφυγὴν λεκτικῶν παρεξηγήσεων καὶ παρερμηνειῶν, θὰ προτιμήσω τὴν λέξιν καλοῦπι: ἔ, λοιπὸν, αὐτὸ δὲν πρόκειται νὰ τὸ παραχωρήσω ποτὲ στοὺς κοσμηματοπῶλες νὰ τὸ κάμνουν σκουλαρῆκι ἥ καρφίτσαν διὰ τὴν μπουτονιέραν κυριῶν. Κυρία μου, θέλετε νὰ ἀγγίξετε τὸν ὀμφαλόν μου; Περᾶστε, γδυθεῖτε, ξαπλῶστε.

Ὡστόσο, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω καὶ τραγικόν τι συμβάν! Ναί, τραγικόν. Διότι, δυστυχῶς, δὲν εἶναι τὰ πᾶντα τέλεια εἰς ἐμέ. Κάπου εὑρίσκονται παγιδευμέναι καὶ τινες ἀτέλειες ἤ καθαυτὸ φθορὲς τοῦ χρόνου!
Τί ἤθελα κι' ἔσκυψα ὁλόγυμνος μπροστὰ στὸ κάθροπτον τῆς ντουλάπας; Μοῦ ἦρθε ν' ἁρπάξω τὴν γάτα καὶ νὰ τοῦ (ὄχι...μοῦ) τὴν πετάξω κατάκοιλα, νὰ τὸν γραντζουνίσει, νὰ ματώσει καὶ...νὰ μάθει ἄλλη φορὰ νὰ παραποιεῖ τὰ δεδομένα! Ἤ μήπως ὄχι; Διίστανται οἱ ἀπόψεις μας, ἐμοῦ κι' αὐτουνοῦ (τοῦ καθρέφτη):
Δὲν θὰ τὸ πιστέψετε ἀλλὰ εἶναι τοσοῦτον ἀληθὲς ὅσον καὶ ὁ Ἥλιος, ὁ ὑπαρκτὸς τουλάχιστον κατὰ τὴν ἡμέραν. Μὲ γουρλωμένους τοὺς ὀφθαλμούς μου εἶδα ζάρες στὴν, κατὰ τὰ ἆλλα, ἀνύπαρκτον κοιλίαν μου! Βρέ, σᾶς λέγω, γεγηρασμένην ἐπιδερμίδαν!... ἀφιδατωμένην εἰς βαθμὸν ἀπελπισίας!.. ἀνάμεσα σὲ ἐξόχους κοιλιακούς!... Ἔ, καλὰ, δὲν μὲ πιστεύετε; Λὲς κι' εἶχα ὄρεξη νὰ σᾶς κοροϊδέψω, νὰ σᾶς ἐξαπατήσω - λὲς καὶ εἶμαι πολιτικὸς κάποιου κόμματος! Καλλιτέχνης εἶμαι, σκέτος. Καὶ ὅταν, ἕν ἔργον τέχνης, ἐμφανίζει ρυτίδας τινάς, θλίβομαι.
Γνωρίζετέ τι περὶ θλίψεως;
Ἄν ἡ θλίψις εἶναι ἄνευ αἰτίας, τότε εἶναι ποίησις. Ἄν ὅμως αἰτία ὑφίσται;
Μὲ πιάσανε τὰ κλάματα: μά, νὰ γεράσω ἐγώ; νὰ φοβᾶμαι νὰ σκύψω γυμνὸς στὴ θάλασσα; νὰ βάζω καὶ κρέμες στὴν κοιλίτσα μου, τὴν ὑπέροχη αὐτὴ προστάτιδα τῶν φαγιῶν μου;
Ὁ χρόνος μὲ πρόδωσε - δηλαδή, τόσο πολὺ πιὰ μὲ ἀγαποῦσε; Θέλει νὰ πεθάνω ἐξαπατηθείς;
Καλέ, ἔτσι ὅπως πᾶμε, μιὰ μέρα τῶν ἡμερῶν  θὰ...πεθάνω! Θ' ἁπαλύνει τὸ μοῦτρο μου, θὰ φύγουν οἱ ρυτίδες ἀπὸ τὰ μάτια μου καὶ...θὰ μείνουν στὴν κοιλιά μου; Τὶ σόι πτῶμα θὰ εἶναι αὐτὸ; Ἤ μήπως φανταστήκατε πὼς θ' ἀφήσω νὰ μοῦ τὸ σκεπάσουν μὲ λουλούδια;
Ἄ, ὄχι! Θὰ πεθάνω γυμνὸς. Κάθε τελευταῖος ἀσπασμός ἡμῶν θέλω νὰ εἶναι καὶ μιὰ καταπληξία σας. Τελευταία στιγμή μου καὶ νὰ σᾶς τὴν χαρίσω κάνοντας πίσω;
Θὰ μὲ δεῖτε καὶ θὰ φρικάρετε.
Καὶ στὰ δικά σας! Ποὺ θὰ εἶναι: ἴδια καὶ χειρότερα. Γι' αὐτό, φροντῖστε νὰ σᾶς κάνουν ἐξόδιον ἀκολουθίαν ἐνδεδυμένους, λουλουδιασμένους καὶ μέχρι σκασμοῦ, καὶ  μὲ τὸ καπάκι σκεπασμένους. Κλινό σ'χωρέσει σας.
Σιγὰ ποὺ θἄρθω νὰ σᾶς ρίξω χῶμα!
Καὶ δὲν τὸ βάζω στὶς γλᾶστρες μου;
................................................................................. μὲ χοὲς στοὺς νεκροὺς ἔρωτες".
Κάπου, Κάπως, πᾶντα ὁ Ἔρωτας
9 Μαΐου  2012, καὶ  ὥρα 9:44. 
* Πρὶν λίγες μέρες,
ξεκινῶντας τὸ παρὰ κάτω ποίημα μὲ διάθεση σατιρική (νομίζω ὑπάρχει τέτοια),
κατέληξε...ἀλλιῶς, "πιὸ σοβαρά"! Δοκιμάστηκε!
Ἀκούστηκαν πολλὲς κριτικὲς καὶ τὸ πέρασα κι' ἀπὸ τὸ στριφνὸ κόσκινό μου.
Ὁπότε, κρίνω πὼς πρέπει νὰ τὸ μεταφέρω καὶ ἐδῶ: στὰ σοβαρά!...

Εικόνα
μὴ σηκωθεῖτε,
μὴ βουβαθεῖτε.

Μὴ σηκώνεστε, καθῆστε,
- δὲν μὲ νοιάζει! Κι' ἀσεβῆστε.
Εἶμ' ἐδῶ γιὰ τὸ καλό σας,
ὡς διδάσκαλος τῆς Γλώσσας.

Ὅσας κραυγὰς κι' ἄν ἀκούσω,
λεκτικό μου θἆναι λοῦσο·
θὰ τὰς σημειώσω μὲ πάθος
- ...ἔστω κι' ἄν τὰς πεῖτε λάθος.

Ὁ Ποιητὴς ὅλα τ' ἀκούει,
- τὄχει τοῦτο δὰ... τὸ χούι!
Ὅμως, ξέρει νὰ διαλέγει
ὅ,τι τὴν καρδιά σας φλέγει.

Καὶ σᾶς τὸ ξαναγυρίζει...
- ἔχει νοῦ καὶ λαναρίζει -
σὲ πεζὸ καὶ σὲ στιχάκια,
σὰν μυράνθιστα κλαδάκια.

Μὴ σηκώνεστε, καθῆστε,
ἀφοῦ δὲν φορολογεῖστε.
Ὁ Ποιητὴς εἶναι μαζύ σας,
μοναξιᾶς του κηρυχθείσας.

Ὅσα γράφει, τ' ἀνασταίνει,
μὲ τὴν πέννα του ταμένη
στῆς Ἁγιᾶς Γλώσσας τὴ χάρη,
ποὺ τὸν ἔχει ξαγοράρη.
Ἰάνης Λὸ Σκόκκο.
Υ.Γ.
Ἄς πῶ κι' αὐτὸ: ἡ "ἰδέα" μοῦ ἦρθε
ὕστερα ἀπὸ γνωστὸ "...ἐγέρθητι",
τῶν τελευταίων ἡμερῶν.
9 Ἰουλίου 2011, καὶ ὥρα 10:41.
Κνημοσοφιστεῖες
... ἐν Κλινοσοφιστείαις


Εικόνα .......... ..... ...καὶ ἰδοὺ γ μ π ε ς!
Φίλιππος, ὁ τοῦ Νίκου καὶ τῆς Ζωῆς.

Γράφει ὁ Ἰάνης Λὸ Σκόκκο.

...... καὶ εἶδα τὸν Ἑρμῆ καὶ μοὖρθε νὰ τὸν σφάξω.
Ἀποφρὰς ἑσπέρα, ἡ χθεσινή! Δυσοίωνη καὶ τρισκατάρατη.
Στὴν ἀρχὴ σκέφτηκα πὼς κάτι θἄπαθε ὁ καθρέφτης, δὲν μπορεῖ, δὲν ἦταν δυνατόν: ἑξῆντα ἕξη χρόνια νἄχουν περάσει καθρέφτες καὶ καθρέφτες ἀπ' τὰ μάτια μου, μάλιστα πολλὲς φορὲς πολλοὶ μαζύ, συγχρόνως, ἀδιάκριτοι καθρέφτες, ποὺ βλέπαν' ὅσα δὲν λέγονται δημοσίως, - καὶ νὰ μὴν τὄχα προσέξει...
Ὁ Ἑρμῆς μὲ κοίταξε συνωφρυομένος - αὐτὸ δὰ τοῦ ἔλειπε, νὰ μὲ κοίταζε κι' ἀλλοιῶς, ἄς ποῦμε μὲ σαρκασμό! Ἔμ, τότε, θὰ τὸν ἔσπαγα τὸν καθρέφτη. Σιγὰ νὰ μὴν τὸν λυπόμουνα! Θὰ ἀγόραζα ἕναν ἆλλο - τόσα καὶ τόσα λεφτά, ἀπὸ κεῖνα ποὺ δὲν ἔχω, φεύγουν κάθε μέρα ἀπὸ τὰ χέρια μου, - τώρα θὰ τσιγκουνευόμουν;
Ἄναψα τὸ φῶς. Πῆρα διάφορες στάσεις. Ἔσβησα πάλι τὸ φῶς, πῆρα τὶς ἴδιες στάσεις καὶ λίγες παραπάνω - ἀπὸ ἔμπνευση!
Ἄνοιξα τὸ παράθυρο, ξανὰ πόζαρα στὸν ρημαδιασμένο μπροστά. Θεέ μου! Παναγία μου! Χριστέ μου!...
Μὲ πολλὴν ὀξύτητα βλέμματος καὶ ἀξιοθαύμαστη ψυχραιμία παρατήρησα τὴν καταστροφή - ἄν ἦταν ὁ Γιαννούλης Χαλεπὰς θὰ τρελλαινόταν! Ἀλλὰ ὄχι, δὲν ἔφταιγα ἐγὼ γιὰ νὰ τρελλαθῶ, ὅπως ἐκεῖνος. Ἄς τὴν ἔκανε καλλίτερα καὶ καλλίτερη τὴν "Κοιμωμένη" του, - ποῦ εἶχε τὸν νοῦ του;
Ὑπεύθυνος εἶναι ὁ Θεός - μμμ!... Τὸν λένε καὶ Δημιουργό, λὲς καὶ εἶναι κανένας καλλιτέχνης, ζωγράφος, γλύπτης, κάτι τέτοιο!
Ἀλλά, ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε, ὁ Θεὸς, πάλι, δὲν διεκδίκησε τὸν τίτλο τοῦ Φειδίου ἤ τοῦ Πραξιτέλους. Δήλωσε Λόγος. Καὶ ὅ,τι δηλώνει ὁ Θεὸς, καλῶς δηλωμένο.
Ἤξερε, ὁ μπαγάσας ὁ Θεός, τί δήλωνε: Λόγος - κάτι ἀδύναμο, ποὺ ἔχει πολλὲς ἀπόψεις κι' ἐσύ, ἆντε βρὲς ἄκρη.
Καλλιτεχνικῶς, ὁ Θεὸς ὑστερεῖ. Δὲν μοῦ μοιάζει οὔτε στὸ τόσο δά μου!
Διὰ τοῦ λόγου τὸ ἀληθές, τὸ ἀποδεικνύω εὐθὺς τώρα ἀμέσως: ἀνεπαισθήτως εἶναι οἱ γμπες μου ἐλαφρῶς - μὴν πάει ὁ νοῦς σας σὲ κάτι περισσότερο καὶ μὴ χαίρεστε γιατὶ θὰ σᾶς φωνάξω ὅλους νὰ παρελάσετε μὲ τὶς γᾶμπες σας καὶ θὰ γελάσει, τότε, ὥς καὶ τὸ παρδαλὸ κατσίκι!... - ἀδιοράτως ἀλλὰ ὄντως στραβές!
Ἄν τὸ πῶ τῆς κόρης μου, θὰ θριαμβεύσει.
Ἄν τὸ μάθει ἡ πρώην γυναίκα μου, θὰ ὑποβάλει αἴτηση διαζυγίου.
Τὸ ξέρω μόνον ἐγὼ καὶ νὰ δοῦμε πότε καὶ πῶς θὰ τὸ χωνέψω.
Βέβαια, δὲν θὰ φοβηθῶ κιόλας νὰ ποζάρω ποτὲ γυμνὸς πλάι στὸν Ἑρμῆ, στὴν Ὀλυμπία - ἄ, ὄχι, μὴν κοιμᾶται ὄρθιος, θὰ πάω νὰ συγκριθοῦμε. Αὐτὸς εἶναι ψόφιος κι' ἐγὼ ζωντανός! Ἐγὼ δέχομαι φθορὲς τοῦ χρόνου, ἐνῶ ἐκεῖνον τὸν συντηροῦν τεχνίτες καὶ μάστορες. Θὰ πεθάνω, ναί, ἀλλὰ ὅταν μὲ ξεθάψουν δὲν μὲ νοιάζει πῶς θὰ εἶναι τὰ ὀστὰ τῶν κνημῶν μου!
Τώρα, τί τὸ πρακτέον;
Μὲ παρηγορεῖ ἕνα μόνον: ὅτι μοὔρχεται νὰ δαγκώσω τὰ ποδαράκια τοῦ ἐγγονοῦ μου, τοῦ Φιλίππου! Αὐτά, ναί, εἶναι πιὸ ὄμορφα ἀπὸ τὰ δικά μου, τὸ παραδέχομαι.
Αὔριο ἔχει τὰ πρῶτα του γενέθλια! Θὰ τὸν φιλήσω στὶς γάμπες.
Ὁ τέλειος παπποὺς Εικόνα μὲ τὴν τέλεια μαμὰ εἶναι πιὰ τελείως ξετρελλαμένοι - μὲ τὸν Φίλιππο, - καὶ μὲ τὶς γάμπες του καὶ τὰ ὅλα του.

~~~~~~~~~~
.......... Εικόνα ..... ἔργα - πῶς νὰ τὸ κάνουμε; - β΄ διαλογῆς!... 
..
........

Τρίτη 3 Απριλίου 2018

15 Αὐγούστου, 2011, καὶ ὥρα 2:08.
ὁ Λάμπης πέθανε.
"πρόσφερες πολλά,
ὑπέφερες πολλά,
χάρηκες λίγα" (*)

* * *
Ἄν εἶναι ξάφνου νὰ μάθεις πὼς ἕνας φίλος
πρὶν τῆς ὥρας μετέστη στοὺς μαύρους οὐρανούς,
νὰ σ' τὸ πεῖ κάλλιο μ' ἀλύχτισμα ἀλήτης σκύλος
μ' ἀπὸ γνωστοὺς νὰ μὴν τ' ἀκούσεις οὐτιδανούς.

Στήσανε φέρετρο καὶ στρώθηκαν τριγύρω,
δακρύων σκορπῶντας ξεθυμασμένο μύρο.
Σίγουρα, σκέφτηκαν, ὅλοι νὰ τὸν πενθήσουν
κι' ἔπρεπε, στὸ μάδημά του, νὰ ξεσυνηθίσουν.

Συγγενεῖς καὶ φίλοι καρφώσανε τὸν τρόμο
στὴν ψυχή του ἔτσι ποὺ τὸν κάναν' γαλαντόμο:
ἀγάπη ψεύτικη, μὲ τὴ σιωπή, νὰ κερδίζει·
κι' ἡ καρδιά του, μὲς τὸ μαράζι ἄς ξεφλουδίζει.

Οἱ δυό μας, λόγια ἀνταλλάξαμε πολὺ σκληρά·
πρὶν ὅμως κλάψαμε ἀγκαλιασμένοι πνιγηρά.
Καλὰ τὸ ξέραμε πὼς, ἔτσι καὶ πεθάνει,
ὁ ἕνας μας, ὁ ἄλλος τὴν καμπάνα θὰ σημάνει.

Κι' ἔλαχε τώρα ἐδῶ γι' αὐτὸν ἐγὼ νὰ γράφω
ὅσα δὲν θἄντεχα νὰ τοῦ 'γραφα στὸν τάφο.
Πῆγα προχθὲς καὶ στάθηκα, μόνος, μπροστά του,
μέσα στ' ἄχνισμα τσιγάρου - ἄγγελου θανάτου.
Ἰάνης Λὸ Σκόκκο.
~~~~
(*) Ἡ λεζάντα τοῦ μνήματος.
----

16 Αύγούστου 2011, καὶ ὥρα 11:10.
~
Θέκλα: Καὶ ὅποιος ἔχει δεῖ κατὰ πρόσωπο τὸ πεπρωμένο του, σίγουρα πεθαίνει.
* (Ἄουγκουστ Στρίντμπεργκ: "Οἱ πιστωτές", μετάφραση Ἰάνης Λὸ Σκόκκο).

Ὁ Λάμπης δὲν ἦταν ἄνθρωπος τῆς σκηνῆς, δὲν ἀνέβηκε κἄν ποτὲ σὲ σκηνή. Καὶ ὅμως, παιδὶ ἤθελε νὰ γίνει χορευτής. Γιὰ ἕνα διάστημα - μοὔλεγε - περπατοῦσε χορευτικὰ γιὰ νὰ πάει σχολεῖο, ἐκεῖ, στὴν Ἰσμαηλία. Τότε, τὸν τρομοκράτησαν γιὰ πρώτη φορά: - Μὰ παιδί μου, οἱ χορευτὲς εἶναι τοιοῦτοι!...
Ἡ αὐλαία ἔπεσε ἀμέσως στὴ συνείδηση καὶ στὰ μάτια του.
Πολὺ ἀργότερα, ἔγινε κάτι σὰν φροντιστὴς κάποιου τραγουδιστῆ, τὸν βοηθοῦσε νὰ ντύνεται, στὰ παρασκήνια. Δολοφονία πρώτη. Ἐκεῖ ἔμεινε. Στὸ σκοτάδι.
Πολὺ ἀργότερα, στάμπαρε κάπου...ἐμένα! Τὸν εἶχα βολιδοσκοπήσει ὅμως κι' ἐγὼ. Ἔλεγα:
- Αὐτὸς μὲ τὴν ἑλληνικὴ φιγούρα 1821 εἶναι χαριτωμένος, μοῦ ἔχει ζητήσει πολλὲς φορὲς τσιγάρο καί, δὲν θυμᾶμαι, ἔχουμε πεῖ τίποτα οἱ δυό μας;

Τρία χρόνια προσπαθοῦσε νὰ μοῦ μιλήσει καὶ δίσταζε. Μ' ἔβλεπε μὲ κόσμο καὶ ντρεπόταν. Ἤξερε ποῦ μένω, πότε βγαίνω, ποῦ πάω, πότε γυρίζω...
- Πάντα κοιτοῦσα μπροστά, δὲν εἶχα ἀντιληφθεῖ πὼς μὲ ἀκολουθοῦσε, καὶ δὲν κοίταζα τίποτα καὶ κανέναν γύρω μου! λέει.
Κι' ὅταν κάποτε μιλήσαμε καὶ μοῦ τὰ εἶπε ὅλα αὐτά, μὲ τὸ νὶ καὶ μὲ τὸ σίγμα, ἁπλῶς...τρελλάθηκα!
Ἕνας ἄνθρωπος χαριτωμένος, στὸ στὺλ τὸ δικό μου, ἀγέραστος. Παντοῦ μᾶς λέγανε δίδυμα ἀδέλφια - καὶ γελούσαμε! Ὀκτὼ χρόνια μικρότερός μου, ἀστειευὀμασταν πὼς τουλάχιστον γιὰ δίδυμα ἦταν λίγο παραπάνω ἀπὸ ἐξαντρίκ!
Φτάσαμε νὰ ἀναγνωρίζουμε τὴν σκιά μας, τὴν ὀσμή μας, ἀπὸ ἕναν δρόμο, ποὺ ὁ ἕνας μας εἶχε, ἴσως, περάσει πιὸ πρίν. Ἐρχόταν στὴν Ὁμόνοια κι' ἀπὸ ψηλά, στὸν Σταθμό, ἀναγνώριζα τὶς μύτες τῶν παπουτσιῶν του. Ἰσχυριζόταν μυωπία (γυαλιὰ ὅμως δὲν φοροῦσε) ἀλλά, ἐμένα, μὲ ἔβλεπε στὰ ἑκατὸν πενῆντα μέτρα, μὲς τὸ πλῆθος.
Μπήκαμε στὰ σπίτια μας καὶ στὴν ζωή μας μὲ πας-παρτού.
Ἦταν καλόγουστος ἀλλὰ ντρεπόταν τοὺς ἄλλους, πήγαινε μὲ τὰ νερά τους γιὰ νὰ μὴν ξεχωρίζει – μοῦ τὸ παραδέχτηκε, ἐπιτέλους, στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου.
- Μόνο σὲ σένα δὲν μποροῦσα νὰ πῶ ψέματα - στοὺς ἄλλους ἔλεγα "ναὶ" νὰ γλυτώνω!...
Καὶ ὅμως, σὲ μένα εἶχε πεῖ ἕνα τεράστιο ψέμμα ἤ μᾶλλον εἶχε προσπαθήσει ν' ἀποκρύψει μιὰν ὀλέθρια ἀλήθεια, ποὺ τὴν ἀνακάλυψα.
Ποῦ νὰ φανταζόταν πὼς κάποιοι ἄνθρωποι ξέρουν καὶ βλέπουν.

Εἶχε μιὰν τελειομανία - μοῦ ἔφτιαξε μιὰ λύρα, νὰ κρατῶ ὡς Ὀρφέας. Τὴν ἔχω μπροστά μου. Ἀνέλαβε τὴν ἐκτύπωση δύο ὀγκωδῶν βιβλίων μου ὅπως τὰ φιλοτέχνησα ὁ ἴδιος.
Τοῦ ἄρεσε ποὺ τοῦ ἀνέλυα θεατρικὰ ἔργα, κυρίως τοῦ Στρίντμπεργκ! Πρόσωπα καὶ καταστάσεις. Σκέψεις ποὺ οὔτε κἄν μποροῦσε νὰ ὑποπτευθεῖ. Κοιτοῦσε κι' ἄκουγε μὲ ἔκσταση. Μιλοῦσα μὲ λατρεία γι' αὐτὰ τὰ πράγματα κι' ἐγώ, ὅπως πάντα.
Καί, τελικά, μοῦ...τὄβγαζε ξυνό:
- Δηλαδή, τώρα, μοῦ κάνεις Μάθημα; Νομίζεις πὼς δὲν μποροῦσα νὰ τὰ σκεφτῶ κι' ἐγὼ αὐτά; Δὲν θὰ σοῦ πῶ ποτὲ πὼς γράφεις καὶ μιλᾶς ὡραῖα, νὰ μὴν τὸ πάρεις ἐπάνω σου! Τὄχετε ἐσεῖς οἱ καλλιτέχνες.
 
Ναί, ὁ Λάμπης δὲν ἔβλεπε τὴν ζωή του - προσπαθοῦσε νὰ μὴν τὴν βλέπει. Τὸν τρόμαζε. Ἐκεῖ, διαφέραμε ριζικά.
Ἀνατόμος, χειρουργός ἐγὼ τῆς πραγματικότητας. Ἀπόλυτος ἀρνητὴς ἐκεῖνος τοῦ νὰ κοιτάξει βαθύτερα: τοῦ ἀρκοῦσε νὰ ἀδιαφορεῖ γιὰ ὅ,τι δὲν τοῦ πήγαινε (καὶ μάλιστα ἤξερεω πολὺ σωστὰ τί δὲν τοῦ ταίριαζε) ἀπὸ ἔνστικτο. Τὸ "γιατί", τὸν ἄφηνε ἀδιάφορο. Ἀντιδροῦσε σὰν νὰ βρισκόταν, ἐκεῖνος, σὲ...κλιμακτήριο, μὲ τὴ συμπεριφορὰ τῶν ἄλλων.
Κατάντησε...καλοπροαίρετος - σὲ βάρος του. Αὐτὸ δὲν τὸ σήκωνα μὲ τίποτα ἐγώ. Καὶ μὲ κάθε εὐκαιρία, τοῦ ἔδειχνα τὸ σφᾶλμα του. Ἔφερνε ἀντιρρήσεις στὴν ἀρχή, ὕστερα σώπαινε. Ὥσπου ἔλεγε:
- Μὴ μοῦ τὰ λές, τὰ ξέρω.

Φοβᾶμαι πὼς ἕνας κόσμος ὁλόκληρος γκρεμίστηκε, γύρω του, ἀπ' ὅταν γνώρισε ἐμένα ἀλλὰ δὲν ἔχω τύψεις παρὰ μόνον γιὰ τὸ ὅτι: δὲν εἶχε πιὰ τὴν δύναμη νὰ δεῖ κατάματα τίποτα, - τοῦ τὴν εἶχαν πετσοκόψει ἐπιδέξια. Καὶ θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ἀκέραιο καὶ ἄτρωτο.
Ἀπόλυτα παραδομένος στὶς παραδόσεις, στὸν καθωσπρεπισμό, ζοῦσε στὴν ἄκρη, φωτογράφιζε τοὺς ἄλλους καὶ σπάνια θὰ τὸν ἔβλεπες μαζύ τους! Μπορῶ νὰ πῶ, τὶς περισσότερες φωτογραφίες του τὶς ἔχω ἐγώ, πολλὲς φορὲς εἴμαστε μαζὺ ἤ ὅταν ἤμασταν μαζύ: στὸ Παρίσι, στὴν Ἀκρόπολη, στὸ σπίτι μας, στὸν γάμο τῆς Ζωῆς μὲ τὴν μάννα του...
Ὅταν χορέψαμε, μὲ τὴν Μαργαρίτα, τὰ ξέφρενα ἐκεῖνα δύο μάμπο, ὁ Λάμπης δὲν τόλμησε νὰ χορέψει - καὶ θἆταν ὑπέροχος ἀντίπαλός μου!
Κι' ὅταν, μὲ τὴ νύφη, χορέψαμε, πάλι μόνοι, ἐκεῖνο τὸ καμαρωτὸ μπλοὺζ, πάλι ἐκεῖνος δὲν χόρεψε. Ἀλλὰ δὲν...γλύτωσε ἀπὸ μιὰ φωτογραφία ὅπου μὲ...κοιτάζει, ἀντικρυστά μου, οἱ δυό μας, σὰν... μικρὸ θεὸ!

Ποτὲ δὲν ἄντεξα τὸν παραγνωνισμὸ κάποιου ἀνθρώπου. Νά, τώρα θυμᾶμαι πῶς, τὴν ἀδελφή μου, ὅταν καταστρέψανε, συγγενεῖς, τὸν πρῶτο ἀρραβώνα της καὶ ἔρωτά της, εἶχα ἀναλάβει, πάλι ὀκτὼ χρόνια, μικρότερός της, στὰ δεκατέσσερά μου, νὰ τὴν ἐμψυχώσω. Ἀπὸ χαζὴ ποὺ τὴν καταντήσανε, ἔγινε μοιραία κοπέλλα κι' ἐγὼ συνοδός της.
Καί, λείποντας ἐγὼ στρατιώτης, βρέθηκε ὁ...κατάλληλος ἄνθρωπος, νὰ τὴν ὑποβιβάσει πάλι στὴν καταστροφή: ὁ ἄντρας της. Ἕνα τέρας.
Μιὰ ὁλόκληρη οἰκογένεια παρασύρθηκε στὸν ὄλεθρο.
Αὐτὴ ἡ κατάληξη μοῦ εἶναι πιὰ ἐξόχως γνώριμη: ὅποιον ἀφήνω, χάνεται.

Ἔτσι ἔγινε καὶ μὲ τὸν Λάμπη. Ἕνα σωρὸ περιστατικὰ μὲ κάνανε νὰ σκέφτομαι πὼς πρέπει νὰ διώξω μακρυά μου ὅλους τοὺς συγγενεῖς καἰ φίλους. Τοῦ τὄλεγα. Συνεχῶς.
Καὶ πλαγίως, ἐννοοῦσα πρῶτον ἐκεῖνον. Μὲ εἶχε κουράσει νὰ τοῦ ἀνοίγω τὰ μάτια. Καὶ μερικὲς φορὲς, δὲν ἤθελε γιὰ κανέναν λόγο νὰ τ' ἀνοίξει. Μὰ, κάποιοι τὸν κατασπάραζαν. Μὲ τὸ γάντι. Τοῦ ρουφοῦσαν τὸ αἷμα.
Φτάσαμε νὰ μὴ θέλουμε νὰ δοῦμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο - ἀλλὰ: βλεπόμασταν.

Σὰν ἔμαθα πὼς βρίσκεται στὸ νοσοκομεῖο - κανένας δὲν μοῦ ἔλεγε σὲ ποιὸ (δὲν ἤθελε ὁ ἴδιος, ἔλεγε, νὰ τὸν ἐπισκεφτεῖ κανένας) ἔψαξα, βρῆκα τὴν ἄκρη, φτιάχτηκα, ἔγινα καινούργιος ἄνθρω-
πος καὶ πῆγα! Ἕξη ὧρες ἔμεινα τὴν πρώτη φορά. Ἀπὸ γαλάζιος τρομαγμένος, ἔγινε ροδαλὸς σὲ μισὴ ὥρα ἀπὸ χαρά. Μοῦ μίλησε μὲ γαλήνη καὶ παραδέχτηκε ὅσα τοῦ ἔλεγα κάποτε.
- Θέλω νὰ ζήσω! σπάραξε κάποια στιγμή. Μακρυὰ ἀπ' ὅλους τους. Κι' απὸ τὴ μάννα μου. Θὰ τὴν βάλω σὲ Γηροκομεῖο.
- Ὄχι, αὐτὸ μὴν τὸ ξαναπεῖς. Θὰ κάνεις ἔγκλημα.

Καὶ πιὸ ὕστερα:
- Θέλω νὰ σοῦ πῶ κάτι, ποὺ δὲν ξέρεις. Τὸ εἶπα, χθὲς, καὶ στὴν ἀδελφή σου. Κανένας λλος δὲν τὸ ξέρει. Ὅταν κάνατε τὸ μνημόσυνο τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἀγκάλιασα τὴν μάννα σου, τῆς εἶπα στ' αὐτί: " - Θέλεις νἄχεις ἐμένα γυιό σου, στὴ θέση τοῦ γυιοῦ σου; Ποὺ μοῦ λείπει καὶ ἡ μάννα μου;" Ξαφνιάστηκε, δὲν μοῦ ἀπάντησε. Καλὰ ἔκανε. Πῶς ἕνας ξένος νὰ γίνει ξαφνικὰ κάτι τόσο δικό σου, ποὺ τὄχασες;

Μετὰ τὴν δεύτερη ἐπίσκεψη, τέσσερις ὧρες, καὶ τί δὲν εἴπαμε εὐχάριστο!
Ἀλλά, τὴν ἄλλη μέρα, μ' ἔβρισε ἀπὸ τηλεφώνου. Ἐγὼ δίστασα.
Τηλεφώνησα σ' ἕναν φίλο, στὸν Φωκίωνα.
- Πάρ' τον τώρα καὶ χέσ' τονε - τώρα, ὅμως! Πῆγες καὶ τὸν εἶδες ἄρρωστο, μετὰ ἀπὸ τόσο κακὸ ποὺ σοῦ ἔχει κάνει...

Καὶ ὁ καθένας σκοτώνει ὅ,τι ἀγαπάει,
Καὶ στὸν καθένα τοῦτο ἄς εἰπωθεῖ·
Ἕνας μὲ τῆς ἀγάπης τὰ γλυκόλογα,
Κι'
λλος μὲ μιὰ ματιὰ φαρμακερή·
Ὁ δειλὸς μ' ἕνα φίλημα σκοτώνει,
ὁ ἄντρας ὁ γεναῖος μὲ τὸ σπαθὶ!
~~
(Ὄσκαρ Οὐάιλντ: " Ἡ μπαλλάδα τῆς φυλακῆς τοῦ Ρέντιγγ",
μετάφραση Κώστα Καρθαῖος.


Ὄχι, αὐτὸ τὄχα ἤδη ἐκτελέσει ὅταν ἔπρεπε, τότε ποὺ ἤτανε καλά - κι' ἄχνα δὲν ἔβγαλε. Οὔτε καὶ συγγνώμη ζήτησε ποτέ. Μόνο φοβόταν!
Ἡ ἀξιοπρέπεια κι' ὁ φόβος ἀνάμικτες ἐνοχές.

- Εἶμαι ὁ Ἰάνης πάλι - καὶ φυσικὰ τὸ περίμενες πὼς θὰ ξαναπάρω στὸ τηλέφωνο. Δὲν θὰ μὲ ξανακούσεις οὔτε θὰ μὲ δεῖς ξανὰ ποτέ. Ἀκόμα καὶ νὰ πεθάνεις.

[...] Κι' ἔλαχε τώρα ἐδῶ γι' αὐτὸν ἐγὼ νὰ γράφω
ὅσα δὲν θἄντεχα νὰ τοῦ 'γραφα στὸν τάφο.
Πῆγα προχθὲς καὶ στάθηκα, μόνος, μπροστά του,
μέσα στ' ἄχνισμα τσιγάρου - ἄγγελου θανάτου.

===
 20 Ἰουλίου 2012, καὶ ὥρα 11:16.
καθὼς γίνεται ἡ τελετή,
τίνος τύψεις ὑπηρετεῖ;

Τί τὰ θές, ὁ Λάμπης ἔχει πεθάνει.
Ἔχει πεθάνει κι' ὁ Λάμπης, τί τὰ θές!...
Ἆλλοι μὲ δάκρυα κι' ἆλλοι μὲ μελάνι
ξεγελοῦν τὴν μνήμη - τέρας ἀπειθές!

Πῆγ' ἐκεῖνος πρῶτος καὶ περιμένει!
Ξέρω, δὲν θὰ βαρεθεῖ καὶ τ' ἀρέσει
- τὸ βίτσιο ποὔχουν ὅλ' οἱ πεθαμένοι -
νὰ δεῖ πότε θὰ φύγουμ' ἀπ' τὴ μέση.

Μ' ἕνα ποτήρι πίκρες ξεχασμένες,
μὲ τ' ἀφανοῦς τσιγάρου συννεφάκια,
νέες ὀπτασίες, τοῦ βιός του συναγμένες
ἀμβρόσιες, κατεβάζει καραφάκια.

Ἄς ποῦμε ξαπλωμένος θὰ ρεμβάζει,
ποιός ξέρει ποῦ κοιτώντας...Ὅμως ἐμεῖς
θαρροῦμε τὸ κερί πὼς εὐωδιάζει,
κι' ἔναντι τῶν νεκρῶν γίναμ' εὐτολμεῖς.

Στὴν ὁμίχλη τσιγάρου, μιὰ φιγούρα,
λίγο πρὶν μὲ τρομάξει, προλαβαίνει,
καὶ χάρη μοῦ ζητᾶ: - Δὀς μου μιὰ τζούρα.
Ξέρεις μιὰ ρουφηξιὰ πόσο μ' ἀνασταίνει!..


Κι' ἀμέσως, ὕστερα, σὰ νὰ θυμώνει.
Τοὔφταιξα πάλι σὲ τίποτα - σὲ τί;
Ἔρχοντ' ἐπισκέπτες - πές το καψόνι:
ἡ μάννα του! Κι' ἆλλοι τινές, βαρετοί.

- Ἄν εἶσαι φίλος, γιὰ κείνους εὐχήσου
νὰ πάρουν δρόμο!...Δὲν καταλαβαίνουν:
στὸ κουφάρι μου ἀρκεῖ τ' ἁγνό φιλί σου.
Οἱ ψεῦτρες ἀγάπες τους μ' ἀρρωσταίνουν.


Κλάματα κι' ὀδυρμοὶ ξεσποῦν μπροστά μας.
Μὲ μίσος ἀόρατο τὴ σκιά μου βλέπουν
κι' ἁπλώνουν δίσκο, κόλυβα ρεκλάμας!
Πολλὰ Μαγαζιὰ Στολισμῶν διαπρέπουν.

Σῶτερ! μοιάζει καλὸ νὰ σὲ θυμοῦνται,
ξεχνῶντας ὡς διὰ μαγείας τὰ παληά τους.
Νά,  πῶς Κηδεῖες καὶ Τρισάγια τελοῦνται:
σκίζουν τὰ μοῦτρα, τραβοῦν τὰ μαλλιά τους.

Τί τὰ θές, κάποτε θἄρθω γιὰ πᾶντα.
Γιὰ πᾶντα, θἄρθω σύντομα, θὲς δὲν θές.
Ἔχεις καμιὰν ἀντίρρηση; Ἀπᾶντα!
Γι' αὐτὸ σ' ἄφησα κεῖνο τὸ νηπενθές.
Ἰάνης Λὸ Σκόκκο.

7 Ίανουαρίου 2012, καὶ ὥρα 5:46.
ἐκεῖθε τώρα ποὺ κεῖται
κανεὶς λυγμὸς δὲν ἀσκεῖται.
Ράσκος (Ρασκόλνικωφ), ἐτῶν 5.5
Θησεῖον 7.1.2012..

~~~~
Στὸ Θησεῖο, μὲς τ' ἀρχαῖα, μιὰν ἀνασκαφὴ
τολμήσαμε, γιὰ τοῦ γάτου μας τὴν ταφ
ή.
Τὸ σκεπάρνι βρῆκε τὸ χῶμα μαλακ
ό,
πάντως τίποτα δὲν στήσαμε μνημειακ
ό.
Πατήσαμε τὸ χῶμα - μὴν εἶναι ἐλαφρ
ύ -
κρύψαμε τὸ μέλλον χρῶμα, τὸ τεφρ
ύ.
Ξαπλωμένος σ' ἁπαλὸν ὕπνον κοιμᾶται,
θὰ τὸν θυμᾶμαι 'γὼ... - κι' ἄς μὴ μὲ θυμᾶται.
Τὰ χέρια, π' ἄλλοτε, τὸν εἶχαν γλυτώσει
τώρα τόνε θάψανε κι' ἔχει ματώσει
ἡ καρδιά μου
κι' ἡ χαρά μου.

Ἰάνης Λὸ Σκόκκο.
. 12 Ἰουλίου 2012, καὶ ὥρα 8:00.
ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς,
μισθοδοσίας παχουλῆς.

Τῆς Βουλῆς οἱ ὑπάλληλοι,
τῶν ὁσίων μας παράλληλοι,
(ἀλλ' ὄχι ἁγίων ἐφάμιλλοι)
γιὰ δόξαν ἀπαράμιλλη,
σκέτη, δὲν τούς ἔχω μόνον.
Ἔργον κι' αὐτοὶ σηψιγόνον,
μέγα κι' ἐν πολλοῖς σπουδαῖον
προσθέτουνε στὸ πρακτέον.

Γλείφουν, καρφώνουν, χασμῶνται,
μεταξύ τους ἀγαπιόνται.
Διὰ τὸ καλὸν τῆς πατρίδος
μπαίνουν ὑπὸ τῆς αἰγίδος
ὑψίστου μισθολογίου.
Σφᾶλμα τοῦ πληκτρολογίου
ἄν δὲν μπορῶ ν' ἀναφέρω
τὸ πόθεν τοῦτο τεκμαίρω.

Δὲν κατανοῶ τί σᾶς πιάνει
καὶ στὴν πόρτα τους ζητιάνοι
δὲν πᾶτε. Θἄχατε λύσει,
μ' ὅποιον κι' ἄν μᾶς κυβερνήσει,
τὰ τοῦ βίου προβλήματά σας,
- φᾶτε τώρα τὰ σκατά σας!
Οὕς φθονεῖτε, ζηλεύετε...
τοὺς ὄρχεις τους πορδεύετε.
. 14 Ἰουλίου 2012, καὶ ὥρα 8:13.
Κλινούριος Ὕμνος.
Λέγω πρὶν τὸν συνεχίσω
τὴν ΛΥΡΑΝΘΗ νὰ ρωτήσω.

Ὥς πότε, βρὲ γομάρια, ζήτουλες γιὰ δανεικά,
ξεχνῶντας τὴν δραχμούλα, νὰ ζοῦμε τραγικά;
Νὰ κλείνουν τὰ 'ργοστάσια, νὰ πέφτουν τὰ ρολά,
ἕρμαια τῶν κομμάτων, παντὸς πορτοφολᾶ;
Νὰ χάνουμε κι' ἀδέλφια, πατρίδα καὶ γονεῖς
κι' οἱ φίλοι νὰ σοῦ λένε: - Γιατὶ αὐτοκτονεῖς;
Καλλιῶναι μίας ὥρας ἐλεύθερη ζωή,
παρὰ μὲ δυὸ Μνημόνια, Λαγκὰρντ ζοχαδιακή.
Τί σ' ὠφελεῖ νὰ χέζεις, καὶ πάλι νὰ πεινᾶς,
σκορδαλιὰ σκατῶν στὸ γουδί σου νὰ κοπανᾶς;
Νουδιάρης, Πασικλάνος, Δημάρτυς κι' ἄν σταθεῖς,
κάλλιο, βρὲ, νὰ ζοῦσες διὰ παντὸς σεισμοπαθής. 
Ἰάνης Λὸ Σκόκκο.