Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2018

10 Ἰανουαρίου 2011, καὶ ὥρα 11:54.
Θέμα: Ἐπιλέγοντας νὰ ζεῖς μόνος.
Ἄχ!...
Κι' ἄλλη φορὰ εἶπα πὼς σιχαίνομαι τὸ ρῆμα: ἐπιλέγω.
Γιατί δὲν ἐπιλέγουμε. Μᾶς τυχαίνει; Ναί. / Ἀναγκαζόμαστε; Ναί. / Δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε ἀλλοιῶς; Ναί.
Ἡ ἡλικία μου; Δὲν παίζει κανέναν ρόλο ἐμφανισιακά - μπορεῖ τὸ πρόσωπό μου νὰ ἔγινε βιβλίο, ὅπου: καὶ τί δὲν μπορεῖς νὰ διαβάσεις (λέτε, αὐτό, νὰ μὴν εἶναι ἐξόχως ἐνδιαφέρον;) ἀλλὰ τὸ σῶμα μου, μολονότι δὲν ἔχω ἰδέα ἀπὸ Γυμναστική, θὰ τὸ ζήλευαν πολλοὶ εἰκοσάρηδες καὶ δὲν ἔχει ἴχνος γηρατιῶν. Οἱ δυνάμεις μου πιὰ δὲν εἶναι οἱ ἴδιες (πῶς θὰ μποροῦσε νὰ συμβαίνει καὶ...αὐτὸ τὸ καλό;). Ἐρωτεύσιμος εἶμαι - θἄλεγα πιὸ πολὺ κι' ἀπ' τὰ νειᾶτα μου!
Ἀλλὰ δὲν θέλω σχέσεις.
Δὲν ἐπέλεξα (φτού!) νὰ εἶμαι μόνος μου πλέον. Σὰν οἰκογενειάρχης, ὑπῆρξα ὑπόδειγμα. Σὰν ἐργένης εἶμαι μιὰ χαρά.
Εἶμαι εὐτυχισμένος; Καὶ ναὶ καὶ ὄχι.
Ὁ καθένας μας κουβαλάει ἕνα πεπρωμένο του, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν θέλησή του. Ὅσο καὶ νὰ τὰ θέλεις τὰ πράγματα ἀλλοιῶς, ἐκεῖνα σοῦ ἔρχονται ἀναπάντεχα ἀκόμα πιὸ ἀλλοιώτικα. Ἡ ζωή μας δὲν εἶναι ἔπιπλα καὶ βιβλία ἤ δίσκοι, νὰ τὰ ταχτοποιήσεις ὅπως σὲ βολεύει ἤ σοῦ ἀρέσει.
Ἤ δέχεσαι αὐτὸ ποὺ ζεῖς τώρα ἤ δὲν τὸ δέχεσαι.
Ἐγώ, τὸ δέχομαι - ἄρα εἶμαι καὶ εὐτυχισμένος.

Ἔχω κάνει περισσότερες ἀπὸ δυὸ χιλιάδες ἐρωτικὲς διαφορετικὲς γνωριμίες, τῆς μιᾶς ἤ περισσοτέρων συναντήσεων.
Ἔχω ζήσει πέντε μεγάλους ἔρωτες - νὰ ποῦμε τὴν ἀλήθεια, ἕνας ἕκτος, δὲν θἆταν ἄσχημος!... - ἀλλὰ γάμο, δὲν θέλω πιὰ μὲ τίποτα.
Καὶ ὁ γάμος ποὺ διέπραξα, ἦταν, δὲν θἄλεγα ἐντελῶς τυχαῖος, οὔτε σκόπιμος γιὰ νὰ καλύψω τάχα δικές μου ἀνάγκες. Σκόπιμος ἦταν γιὰ ἄλλους λόγους, ἄσχετους σχεδὸν μ’ ἐμένα.
Ἡ γυναίκα μου, παρὰ τὸ ὅτι βρισκόμαστε σὲ διάσταση ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ 2004, ἄν καὶ δὲν ξέρω ποῦ βρίσκεται, τί κάνει, πῶς ζεῖ, οὔτε ποὺ διανοεῖται - μοῦ τὸ μήνυσε - νὰ ζητήσει διαζύγιο*: σίγουρα τέτοιον καὶ τόσο τίμιον ἄντρα, δὲν πρόκειται νὰ ξαναβρεῖ, ὅσο κι' ἄν τῆς ἀρέσει (δὲν ξέρω) τώρα κάποιος ἆλλος: τὸ Λὸ Σκόκκο στὴν ταυτότητά της εἶναι τιμή της.
Οὔτε ἐμένα μὲ ἐνοχλεῖ τὸ ἐπώνυμό της στὴν ταυτότητά μου.
Τὰ περισσότερα πράγματά της βρίσκονται ἐδῶ. Ἀκόμη καὶ τὰ πιὸ ἐνδόμυχα.

Ἕνας ἆλλος ἔρωτάς μου, ὑπάρχει πᾶντα, μὲ ἄρρηκτα δεσμά μεταξύ μας, παρὰ τὸ ὅτι...δὲν βλεπόμαστε!

Δὲν ἔχει καμιὰ σημασία ποὺ τὰ λεφτά μου εἶναι λίγα. Μοῦ εἶναι ἀδιάφορα τὰ λεφτά.
Ἀνέκαθεν σιχαινόμουν καὶ σιχαίνομαι ὅποιον θέλει λεφτά. Καὶ μόνο ν' ἀρχίσεις νὰ μιλᾶς γιὰ λεφτά, σὲ χέζω καὶ φεύγω.
Ναί, χέζω πατόκορφα ὅ,τι μὲ ἐνοχλεῖ. Δὲν λογαριάζω τίποτα, οὔτε τόπο οὔτε πρόσωπο οὔτε χρόνο.
Κάποιοι λένε πὼς εἶμαι δύσκολος.
Εἶμαι πανεύκολος. Ἁπλῶς, δὲν μοιάζω μὲ κανέναν - δόξα τῷ Θεῷ.
Τὸ ὅτι δὲν μοιάζω σὲ κανέναν εἶναι καὶ ἡ πολυτελὴς εὐτυχία μου.
 ~~
(*). Ωστόσο, χθὲς 5 Νοεμβρίου 2018, συμπληρώθηκαν τρία χρόνια ποὺ ἔπιασα τὸ διαζύγιο στὰ χέρια μου. Οὔτε λαχεῖο νἄτανε!...

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2018

25 Ἰουνίου 2012, καὶ ὥρα 6:17.

Γράφει ὁ Ἰάνης Λὸ Σκόκκο.
(Νὰ τὸν στριμώξω ἐν λόγοις πόσον ἐπιδιώκω!...)

τὸ ψευδώνυμον ἐμοῦ πάντα κάτι θὰ σημαίνει
ἀκόμα κι' ἄν ἡ κουδούνα τῆς γλώσσης σας σωπαίνει.


Ἀνάθεμα κι' ἄν ξέρω τί σημαίνει·
στιγμὴ πάντως ἦταν εὐλογημένη,
χιλίων βὸλτ διαβολιᾶς,
ἐν ριπῇ μπιστολιᾶς,

π' αὐτοβαπτίσθηκα κι' οὐ τρελλὸς παππάς
- Ζὰν, λέγων, λάβε τὄνομα π' ἀγαπᾶς!
ποτὲ μ’ ἐβάπτισεν.
(Κι' ὁ ἱερεὺς τἄφτυσεν!...).

Νό, μεσιέ, δὲν μπῆκα σὲ κολυμβήθρα.
Τὸ Μυστήριον συνέβη στὴν τσουλήθρα
μιᾶς Παιδικῆς Χαρᾶς,
μὲ σκέψεις καθαρὰς.

Κλινοσοφιστὴς καὶ πάσης Ἑλλάδος!
Μ' ἀξίζει κλάδος ἐληᾶς Ὀλυμπιάδος
ἐπὶ τῶν Γραμμάτων
καὶ Τέχνης θαυμάτων.

Γρᾶψτε μου ἐσεῖς "Κλινό", σκέτο, στὸ μνῆμα,
καὶ τὸ "σοφιστής", σὰν μιὰ παντομίμα,
θὰ πλανᾶται ἁπαλά·
καὶ αἰσχρῶς καὶ ντροπαλά.
Ἰάνης Λὸ Σκόκκο.

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2018

Δημοσίευση 3η. 
 
Διήγημα, τοῦ Ἰάνη Λὸ Σκόκκο.

Ὁ πατέρας ἔφυγε.

Τὸ διήγημα αὐτὸ γράφτηκε, ὁλοέξαφνα, πάνω σὲ δύο φύλλα χαρτὶ ἀπὸ τσιγάρα Καρέλια, ποὺ ἔψαξα καὶ βρῆκα, ὅταν, παρορμητικά, κάθησα σ' ἕνα σκαλοπάτι, στὸν δρόμο, γιὰ νὰ γράψω! 20.11.1963. Ἀπὸ παραξενιὰ δὲν διόρθωσα τίποτα. Δημοσιεύθηκε στὴν "Διάπλασι τῶν Παίδων", λίγο ἀργότερα, ὅπως ἀκριβῶς τὄγραψα.
Ἦταν τὸ πρῶτο μου κείμενο ποὺ ἀποτόλμησα νὰ στείλω γιὰ ἐκτὸς "
Σελίδας Συνεργασίας Ἀναγνωστῶν" ὅπου ὅλοι γράφαμε μὲ ψευδώνυμο.
Συνοδευόταν μάλιστα ἀπὸ ἕνα ἔξοχο σχέδιο μὲ σινικὴ μελάνη τῆς
συμμαθήτριάς μου στὰ γαλλικά Ἑλένης Στριγγάρη.
Ὁ πατέρας μου πέθανε 23.11.1963.
Εἶχα προβλέψει καὶ ἡμέρα καὶ ὥρα καὶ στιγμή.
Μικρὸς Λογοτέχνης.

Τὸ χλωμὸ ἐκεῖνο πρωί, ὁ πατέρας ἔφυγε γιὰ τοὺς οὐρανούς. Τί σκληρὸ στ' ἀλήθεια γιὰ τὸ σπίτι τῆς Κλεοπάτρας ποὺ τώρα ἔμενε χήρα μὲ δύο παιδιά!... Μπορεῖς κι' ἐσὺ νὰ καταλάβεις τὴ θλίψη ποὺ ἔπεσε μονομιᾶς στὸ χαρούμενο ἄλλοτε κι' εὐτυχισμένο σπιτάκι μὲ τὴν πασχαλιά.
Ἡ θεία Μπερνάρντα πῆρε τὰ παιδιὰ στὸ σπίτι της γιὰ κεῖνες τὶς μέρες.Ἦταν μικρὰ αὐτὰ γιὰ τέτοιες συγκινήσεις μὰ καὶ ἦταν χαρά τους νὰ βρίσκονται ἐκεῖ, στὴ θεία ποὖχε μεγάλη αὐλὴ καὶ δέντρα γιὰ τὶς περιπέτειές τους. Ἡ Μάρθα μάλιστα οὔτε κἄν ἔδωσε προσοχὴ στὰ λόγια ἐκεῖνα τῆς θείας ποὺ βγήκανε ξερὰ καὶ περίεργα ἀπὸ μέσα, λές, ἀπὸ τὴν καρδιά της, πὼς "ὁ μπαμπὰς" δῆθεν, μὰ καὶ στ' ἀλήθεια, "ἔφυγε γιὰ ἀλλοῦ - ποιός ξέρει ποῦ; - καὶ εἶπε δὲν θὰ ξανάρθει". Πᾶντα αὐτὸ τὸ κορίτσι ἔδειχνε μιὰ ψυχρότητα γιὰ ὅλα, εἶχε ἐγωισμὸ ἀνεξήγητο καὶ ποὺ τῆς τὸν δώρησαν ἴσως τὰ χάδια τοῦ πατέρα της.
Ὅμως ὁ Γιάννης ἔνιωσε μιὰ θλιβερὴ σκέψη νὰ διαπερνᾶ τὸ μυαλό του κι' ἕνα ἀνατρίχιασμα σ' ὅλο του τὸ κορμὶ.
- Πῶς ἔφυγε ὁ μπαμπὰς καὶ γιατί δὲ θὰ ξαναγυρίσει;
Σωστὰ τὰ σκεφτόταν τὸ ἀγόρι: Ἔτσι ξαφνικά, χωρὶς...νὰ θυμώσει μὲ κανέναν καὶ νὰ μὴν ἀφήσει οὔτε ἕνα γράμμα ποὺ νὰ τὰ ἐξηγεῖ ὅλα; Μά, ὁ πατέρας τὴν ἀγαποῦσε τὴν οἰκογένειά του κι' ἔκανε πολλὰ γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὰ δυὸ παιδιὰ καὶ τὴν ἀγαπημένη του γυναίκα!...
Πῶς νὰ τὸ ἐξηγήσει κανεὶς στὰ πέντε του χρόνια; Μά, κι' ἄν εἶσαι μεγάλος, ἕνα "ἔφυγε χωρὶς ποτὲ νὰ ξαναγυρίσει, χωρὶς αἰτία, χωρὶς λόγο...", δὲν ἐξηγεῖται. Μόνο ἄν μπορεῖ νὰ βοηθήσει σ' αὐτὸ κι' ἡ θεία.
- Θεία Μπερνάρντα, ὁ μπαμπὰς κρύβεται πουθενὰ γιὰ νὰ μᾶς παίξει;
Ἡ νέα γυναίκα στάθηκε. Κάτι τῆς στάθηκε στὸ λαιμό, χαμήλωσε τὰ μάτια, ἔκανε προσπάθειες πολλὲς γιὰ νὰ πεῖ:
- Θἄτανε κρύο ἀστεῖο κάτι τέτοιο!
Ὁ Γιαννάκης ἔνιωσε μιὰ κάποια ἱκανοποίηση καὶ περισσότερη θέρμη γιὰ συζήτηση. Μετά, βεβαιώθηκε πὼς μπορεῖ νὰ σκέφτεται σωστά - κάτι ποὺ δὲν τὸ παραδέχονταν οἱ ἆλλοι στὸ σπίτι καὶ ποὺ τοῦ χτυποῦσε στὸ ἠθικό.
- Αὐτὸ εἶπα κι' ἐγώ, θεία!
- Ναί, πήγαινε τώρα νὰ παίξεις μὲ τὴ Μάρθα ἤ...φώναξέ τη νὰ φάει.
- Ὁ μπαμπὰς ἔλεγε πὼς δὲ ζῆ χωρὶς ἐμᾶς.
- Νὰ ποὺ τώρα ἄλλαξε γνώμη.
- Σ' τὸ εἶπε;
Στὴν ἐρώτηση αὐτὴ ἡ καρδιὰ τοῦ Γιάννη σφίχτηκε ἀπὸ πόνο. Τὰ μάτια του καρφώθηκαν σ' ἐκεῖνα τῆς θείας καὶ ζητοῦσαν ἐξήγηση ἀπὸ τὸ αὐστηρὸ καὶ δῆθεν ἀδιάφορο ὕφος της. Ἔπρεπε νἄχει πολὺ κουράγιο νὰ ἀντιστέκεται καὶ νὰ μὴν ἀφήνει τὰ δάκρυά της νὰ κυλήσουνε τώρα ποὺ ἔφυγε ὁ μεγάλος της ἀδελφός.
Τὸν ἀγαποῦσε τὸν Σπύρο κι' ὄχι μόνο γιατί ἦταν ἀδελφός, μὰ εἶχε λόγους νὰ τὸν ἀγαπᾶ. Σὲ ποιόν μποροῦσε νὰ χρωστάει τὴ ζωὴ της ολόκληρη ἀπὸ τότε ποὺ κι' οἱ δυὸ γονεῖς τους σκοτώθηκαν στὸ δυστύχημα τοῦ τραίνου; Ὤ! πῶς πονᾶ σὰν θυμᾶται τὰ παραμορφωμένα κορμιὰ πού, ἀγνώριστα, τἄκλαψαν ὅλοι, δικοὶ τους καὶ ξένοι!
Θἆταν καλὸ ἡ ζωὴ νὰ μὴ θρέφεται ἀπὸ πόνο καὶ ἡ μοίρα νὰ μὴν εἶναι τυφλὴ ἀκόμα καὶ σ' ἐκείνους ποὺ ἔζησαν τίμια.
Πῶς νὰ μὴν κλαίει τώρα τὸν Σπύρο, ποὺ αὐτὸς τὴν προίκισε, ποὺ αὐτὸς τὴν πάντρεψε καὶ πού, προπάντων, τίμησε τὸ ὄνομα τοῦ σπιτιοῦ τους; Κι' ἦταν - νὰ τὸ σκεφτεῖς - στὰ τριάντα πέντε του χρόνια!
Ἔμεναν τώρα καὶ οἱ δύο σκεφτικοί, ἐκεῖνος μὲ τὴν ἀπορία κι' αὐτὴ μὲ τὸ παράπονο, προσπαθῶντας νὰ συγκρατήσει τοὺς λυγμούς, τὸ ξέσπασμα τῆς καρδιᾶς γιὰ τὸν χαμένο ἀδελφό.
Μπῆκε σὲ λίγο ἡ Μάρθα παίζοντας τόπι. Ἦταν ὄμορφο κορίτσι ἡ Μάρθα καὶ μονάχα ἡ λάμψη τῶν γκριζοπράσινων ματιῶν της ἦταν ἀρκετὴ γιὰ ν' ἀνατρέψει τέτοιες βουβὲς κι' ἀπελπισμένες στιγμές.
- Οὔφ, κουράστηκα μόνη μου νὰ παίζω! Καλὰ λέει ὁ μπαμπὰς - εἶσαι μονόχνωτος!
- Ἔ, τί πράγματα εἶναι αὐτά; ἔκανε ἡ θεία γιὰ νὰ προλάβει τὴν ἔκκρηξη ἑνὸς καυγᾶ ἄν καὶ τ' ἀγόρι οὔτε ἔδωσε σημασία στὴν πρόκληση αὐτὴ τῆς ἀδελφῆς του. Ἡ Μάρθα θέλησε πρῶτα νὰ γελάσει μαζύ τους ἀλλὰ ὕστερα σοβαρεύτηκε ἀπὸ ἀνάγκη νὰ καταλάβει...
- Ἄν σκέφτεστε ἀκόμη γιὰ τὸν μπαμπά, ἔ, μπορεῖ νὰ πῆγε καὶ στὸν Παράδεισο!
Ἄν καὶ ἡ θεία λαχτάρησε, ὁ Γιάννης ἔδειξε ἐνδιαφέρον.
- Ἀλήθεια, θεία, ἡ γιαγιὰ ἔλεγε πὼς ὅποιος πάει ἐκεῖ δὲ θέλει νὰ ξανάρθει κι' οὔτε λέει γιατί ἔφυγε..., συνέχισε τὸ κορίτσι.
- Ναί, ἔτσι ἔλεγε ἡ γιαγιά!
Καμιὰ ἀπάντηση.
Ἡ θεία βγῆκε στὴν αὐλὴ καὶ ἡ Μάρθα ξαναχύθηκε στὸ δρόμο μὲ τὸ τόπι. Ὁ ἀδελφός της εἶχε πολὺ χαζὸ μοῦτρο ἀπόψε, σκεφτόταν.
Τὸ ἀγόρι δὲν φαινόταν νὰ τὸ καταλαβαίνει αὐτὸ οὔτε καὶ νοιαζόταν ποτὲ γιὰ τὸ τί φαίνεται κανείς. Μᾶλλον προτιμοῦσε τὸ "τί εἶναι". Καὶ ἡ Μάρθα ἤτανε σ' ὅλα της ὄμορφη, μὰ κακιὰ κι' ἀπερίσκεπτη.
Ὡστόσο ἡ ἀπάντηση ἔπρεπε νὰ δοθεῖ, τὸ παιδὶ δὲν περίμενε...
Εἶδε τὴ θεία του νὰ κάθεται σκυφτὴ σὲ μιὰ καρέκλα καὶ νὰ γράφει στὰ γόνατὰ της πάνω σ' ἕνα χαρτί. Ἔτρεξε κοντά της. Κάρφωσε τὴ ματιά του ἐπάνω της, ἔκλαιγε...ἡ ἀνάσα της ἀκουγόταν δυνατὰ καὶ παράξενα.
- Τί ἔχεις, θείτσα;
Σήκωσε τὸ κεφάλι ἀργά, ἴσως νἄθελε νὰ χαμογελάσει, μὰ δὲν μποροῦσε. Τὰ δυὸ ματάκια τὰ παιδικὰ τὴν κοιτοῦσαν ὅλο θέρμη καὶ ἀπορία. Ἐκείνη ξαφνικὰ ἄνοιξε τὴν ἀγκαλιά της κι' ἔσφιξε ὕστερα τὸ παιδί. Καὶ τοῦ Γιάννη τὰ δάκρυα κύλησαν γοργά.
Τὴν ἀγαποῦσε τὴ θεία του; Ὤ! ναί, πολύ. Κι' εἶχε φαίνεται σοβαρὸ λόγο νὰ κλαίει.
- Παιδάκι μου, στὸ θεῖο σου ἔγραφα... Στὸ θεῖο τὸ Νίκο... Τοῦ ἔλεγα νἄρθει ἐδῶ... Τοῦ ἔλεγα τί συμβαίνει ἐδῶ μὲ σᾶς καὶ μ' ἐμένα καὶ τοῦ ζήτησα νὰ μὲ βοηθήσει.
- Τί πρᾶγμα, θείτσα;
Ἐκείνη ἔσφιξε πιὸ πολὺ τὸ παιδὶ στὴν ἀγκαλιά της, τὸ φιλοῦσε στὰ μαλλιά, στὸ κούτελο. Ἡ ἀγάπη της ὅλη ἦταν σ' αὐτὸ τὸ παιδὶ δοσμένη.
- Τοῦ ἔλεγα νἄρθει...νὰ σᾶς πεῖ αὐτὸς τὴν ἀλήθεια. Δὲν μποροῦσα ἆλλο μονάχη μου νὰ κρατήσω αὐτὸ τὸ βάρος. Ἐσένα θὰ ἔστελνα νὰ τοῦ τὸ πᾶς, παιδί μου...
- Νὰ τὸ δώσω, θεία! Τέλειωσέ το!
- Ὄχι, ὄχι... Δὲν πρέπει νὰ πᾶς ἐσύ. Θὰ τὸ στείλω μὲ ἆλλο παιδί, δὲν κάνει νὰ δεῖς...
Ἦταν σωστό. Πῶς νὰ στείλει τὸ μικρὸ παιδὶ στὸ σπίτι του; νὰ δεῖ ὅλα ἐκεῖνα τὰ θλιβερὰ ξεσπάσματα τοῦ κόσμου γιὰ τὸ ἀναπάντεχο; νὰ δεῖ τὸ φέρετρο, τὴ μητέρα στὰ μαῦρα, τοὺς δικούς τους ποὺ θἄκλαιγαν ὅλοι; Ὤ! Εἶναι τρομερὸ αὐτὸ γιὰ ἕνα παιδί.
Ὅμως κι' ἐκείνη δὲν μποροῦσε νὰ τὸ ἀντέξει, πονοῦσε. Ζητοῦσε νὰ κλάψει κι' εἶχε δεχθεῖ τὸ μεγαλύτερο βάρος τῆς θλίψης, - νὰ μὴ τὴ νιώσουν οἱ ἆλλοι...
Ἄλλὰ ξάφνου μετάνιωσε. Ὄχι, δὲν ἔπρεπε νὰ δείξει ἀδυναμία μπροστὰ στὰ παιδιά. Αὐτὴ δέχτηκε τὸ βάρος, αὐτὴ θὰ τὸ σηκώσει. Ἔσκισε τὸ χαρτί. Τὄκανε χίλια κομμάτια. Σκούπησε τὰ μάτια της καὶ σηκώθηκε γεμάτη θᾶρρος καὶ τόλμη, γεμάτη ἱκανοποίηση γιὰ τὴ δύναμη ποὺ δὲν τὴν ἄφηνε, ποὺ τῆς ἦρθε ξανά. Δὲν θὰ τὸ ἔλεγε στὰ παιδιά. Ὄχι. Ἔσφιξε τὶς γροθιές της καὶ μόνο ψιθύρισε σὰν ἔφευγε:
- Ὁ πατέρας σας δὲν ζῆ πιά.
Κι' ἔφυγε. Κανεὶς δὲν τὴν ἄκουσε; Ταραγμένη, γύρισε πίσω της νὰ δεῖ... Ὄχι, κανείς.
Καὶ ὅμως, κάποιος πιὸ δυνατὸς κι' ἀπὸ τὸν πόνο, τὸ ἄκουσε. Ὁ Γιάννης. Μὰ σὲ κανέναν δὲν εἶπε τίποτα.
Μόνο ποὺ τὴν τελευταία στιγμὴ βρέθηκε κι' αὐτὸς ν' ἀφήνει ἕνα μάτσο λουλούδια στὸν τάφο τοῦ πατέρα!...
====

Ἄν καὶ πιστεύω πὼς γεννήθηκα θεατρίνος, δὲν ἔχω μίαν ἰδιότητα τῶν ἠθοποιῶν, ποὺ δὲν ξέρω ἄν εἶναι καὶ κακή στὸ τέλος-τέλος: ἀδιαφορῶ γιὰ τὶς φωτογραφίες. Ὅσες ὑπάρχουν, κάμποσες, ἐρασιτεχνικὲς κυρίως, εἶναι γιατί θεατὲς μᾶς φωτογράφιζαν καὶ...μᾶς τὶς ἔδιναν.
Καμιὰ φορά, στενοχωριέμαι ποὺ δὲν ἔχω ἔστω ἕνα στιγμιότυπο ἀπὸ Αίγαίας (<Θησέας καὶ Μινώταυρος>) ἤ Ἡρακλῆς (<Ἡρακλῆς> ) ἤ Χατζηαβάτης (<Καραγκιόζης δάσκαλος>) ἤ Πέτρος Δικέλας (<Καραγκιόζης> Θεοδώρου Συναδινοῦ) ἤ Καρδινάλιος (<Δὸν Καμίλο>), Στέφανος (<κυρία Βεράντη>) κ.ἄ. πολλὰ πρόσωπα ποὺ ἔπαιξα... Βέβαια στὸ μυαλό μου ὑπάρχουν τὰ βιώματα αὐτὰ ἀνεξίτηλα. Θυμᾶμαι καὶ ποὺ κάθε μέρα ἡ μόνη μου ἔγνοια ἦταν νὰ παίξω καλλίτερα. Ὁ κόσμος μοῦ τὸ ἀναγνώριζε παντοῦ καὶ μὲ τὸ παραπάνω. Οἱ συνάδελφοι; Νὰ μοῦ βγάλουν τὰ μάτια, οἱ 4 στοὺς 5.
Εἴπαμε: ἀδιαφορῶ γιὰ τὶς φωτογραφίες. Ναί. Ἀλλὰ δὲν εἶμαι, ἀκόμα καὶ τώρα, κανένας...ἄσχημος! Π.χ. ὁ Θανάσης Βέγγος ζήλευε τὸ...στυλάκι μου (κι' ἐγὼ τὴν ἀξία του).
Ἔχει ἰδιαίτερη σημασία ποὺ δὲν ἔγινα διάσημος;
Τρία μεγάλα ἐμπόδια:
* ἡ ἀρρώστεια τῆς μητέρας μου στὴν ὁποία ἀφοσιώθηκα, ἀφοῦ πρῶτα ἐπὶ 2 καὶ χρόνια, τὴν ἔπαιρνα μαζύ μου στὸ θέατρο καὶ στὶς περιοδεῖες, γιατί δὲν εἶχα ποῦ νὰ τὴν ἀφήσω, ὥσπου ἔμεινα στὸ σπίτι ἀκυρώνοντας κάθε δουλειά μου, καὶ μεταφράζοντας μόνον·
* εἶμαι καὶ ἤμουν καὶ θὰ εἶμαι ὑπερήφανος. Συστηνόμουν γιὰ δουλειὰ ἀλλὰ δὲν παρακαλοῦσα, δὲν ἔπεφτα στὰ πόδια, δὲν ἔγλειφα, δὲν ρουφιάνευα...
* ἆντρες καὶ γυναῖκες μοῦ ρίχνονταν μὲ τὸν ἀηδιαστικώτερο τρόπο. Ἔ, λοιπόν, στὸ Θέατρο βγῆκα γιὰ ἄλλους λόγους, ὄχι γιὰ ἀρσενικὴ πουτάνα. Αὐτὸ τὸ πλήρωσα πανάκριβα ἀλλὰ ἔχω ἀντοχὲς καὶ ἀπόθεμα νὰ πληρώσω. Ἡ ἐρωτικὴ ζωή μου εἶναι δική μου, δὲν τὴν ἐξευτελίζω, δὲν τὴν πουλάω, δὲν τὴν μαγαρίζω. Δὲν μοῦ ἔλειψαν οὔτε οἱ ἔρωτες οὔτε οἱ χάρες. Οὔτε τὰ προσόντα!
Ἔ, τὰ γεράματά μου νἆναι καλά, τὸ μυαλουδάκι μου καὶ ἡ πέννα μου. 


Ἄς κλείσω μὲ τὴν σπουδαιότερη ἀνάμνησή μου:
Α΄ τάξη, 99ο Δημοτικὸ Σχολεῖο Ἀθηνῶν,
Λυσιμαχίας 17 & Φωτομάρα, Ἀθήνα - Νέος Κόσμος.
Τὸ ἴδιο σχολεῖο μεταφέρθηκε τώρα (πάλι) κοντά μου:
Ὑγείας 11Α΄, Ἅγιος Παντελεήμων.
Στὴν Λαχειοφόρο Ἀγορὰ λοιπόν, ποὺ ἔγινε πρὶν τὰ Χριστούγεννα, τότε, κέρδισα ἕνα μελανοδοχεῖο καὶ ἕναν κονδυλοφόρο.
Καὶ ἡ διευθύντριά μας, μὲ χάιδεψε στὸ κεφάλι καὶ εἶπε:
- Νά το! Εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι τὸ Λὸ Σκοκκάκι μας θὰ γίνει ἄνθρωπος τῶν γραμμάτων.
Ἀκόμα καμαρώνω γιὰ κείνη τὴν στιγμή!

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2018

Πρῶτο μου ταξεῖδι στὸ Παρίσι,
μαθήματα τῆς Αἴρ-Φράνς.
Χειμώνας 1974.
~
Στὸ Μετρό.

Ντιρεξιὸν ντὲ Λιλά.
Στὴ Μπελβὶλ σταματᾶ
καὶ ἀνάβει τσιγάρο.
Τὴν τραγιάσκα λοξεύει,
μ’ ἄδειο βλέμμα γυρεύει:
- Ὅ,τι βρῶ...ὅ,τι πάρω...

Ντιρεξιὸν Ντοφινέ.
Κι’ ὅλα χάνονται – ναί!... -
τὰ πεζὰ ὄνειρά του.
Ντιρεξιὸν πουθενά.
Κι’ ὁ ἔρωτας εἶν’ ἐδωνά,
μὲς τὰ δάκρυά του.
Ἰάνης Λὸ Σκόκκο.
Παρίσι, 13 Μαρτίου 1974.

Γαλλομαθὴς καὶ νὰ τ' ἀφήσω ἔτσι... ἑλληνιστί;

    19 Ἀπριλίου 2012, κα ρα 16:00.
Re: ΚοΝΟμισιόν, ὄχι κομισιὸν. Μπαμπινιώτικες ἀντικλινοσοφιστεῖες
παππού-Λιας γραψε: Το είπε ο Χάρυ Κλυν στην Νιρβάνα της δεκαετίας του '80.
εἶπε Κονομισιὸν τὴν Κομισιὸν ὁ Χάρυ Κλύν;
τὸ θράσος του τὸν κατατάσσει στὰ "πλ
ήν".

Σ' ἴλ βοὺ πλαί! καὶ πάλι: σ' ἴλ βοὺ πλαί!...
Ἵνα τὴν ἔγκρισήν μου λάβητε κομπλέ,
τοὺς ξενόπρεπούς σας ὁρισμούς,
π' οὕστινας προσδίδετε στῆς αἱμοσταγοῦς
ἀγαθῆς Εὐρώπης τοὺς ταγούς,
εἰς τὸν Κλινό σας, μετ' εὐσεβοῦς
ὑπολήψεως, νὰ ὑποβάλλετε. Κωμικοὺς
μὴν ἐμπιστεύεσθε δημαγωγούς.

Περὶ τῆς Κονομισιὸν
οὐκ ἔλαβον ὠντισιόν.
Καί, διὰ τοῦτο, μπωκοὺ σᾶς ἔχω θυμώσει!
Δὲν ξέρω τίς θ' ἀποζημιώσει
τὴν προσβολὴ ποὺ μοὔχει γίνει - κι' ἀπαιτῶ,
γαλλομαθής, νὰ τὶς προμελετῶ
μουὰ - καὶ μόνον ἐγώ - τὰς νέας λέξεις!
Πῶς ἐπαφίεσθε σ' ἄλλων ὀρέξεις;

Δι' ὑστάτην φορὰν: στὸ Κλινο-Λεξικόν μου,
οὐκ ἀνῆκον τὶ στὸν λαχανόκηπόν μου,
δἐχομαι, κάμνοντας πὼς δὲν καταλαβαίνω.
Οὐδὲν Μπαμπινιώτικο, προχειροφτιαγμένο
τεῦχος θέλει ποτὲ ξανὰ κυκλοφορήσει·
κι' ἀλλοῦ δὲ - ἄλλους - ὁ Χάρυ Κλὺν νὰ πηδήσει
στὰς τῆς Γλώσσης
περιπτώσεις.
Ἰάνης Λὸ Σκόκκο.
ἤ Κλινοσοφιστὴς.

Πρὸς τὸν σωτήρα τῆς Ἑλλάδος, τὸν ΤΥΨΕΙΣ.

    20 Ἀπριλίου 2012, κα ρα 11:00.
Ἀπό: θὰ μὲ ψηφίζατε; ΤΥΨΕΙΣ.
~~~~
νὰ πῶς ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ σωθεῖ:
κόμμα ποὺ δὲν ἔχει ἐπανεκδοθεῖ.

Νὰ σὲ ψηφίσω νὰ μᾶς βγεῖς πολιτικός!
Νὰ κλαίγω, μ' ἔχεις δεῖ, κωμικοτραγικῶς;
Κάλλιο μὴ μὲ δεῖς ποτέ σου καὶ τρομάξεις·
θὰ χρειαστεῖς πολλῶν Ἑλλήνων ἀφαιμάξεις,
καθὼς θὰ σοῦ κοποῦν ἥπατα κι' αἵματα.
(Δύναμαι διδάξειν σε νὰ λὲς ψέματα).

Καλά, καὶ ...μὲ ποιό κόμμα λὲς νὰ κατέβεις;
Πόσω ἄρχισες τὴν μάννα σου νὰ κλέβεις;
Ἐν Φόρουμ, τί καλὸ πᾶς νὰ μὲ διορίσεις;
Θὰ συμπεριλάβεις κι' ἄλλους; Μὴν τολμήσεις!
Σκέψου μόνον πόσ' ἀξίζω γιὰ συνδιασμό...
(Στοὺς φόρους, ξέρεις ἀπὸ πολλαπλασιασμό;)

Γιὰ χάρη μου, μάθε κι' ἀπταίστως γαλλικά,
νὰ σοῦ κάνω τοὺρ ντὲ Φρὰνς στὰ σεξουαλικά.
Θὰ καταργήσεις ἅπασες τὶς θρησκεῖες,
τὰ πρὸς Ἁγίους τάματα, δωροδοκίες;
Πόσες μίζες ἐτησίως μοῦ κατοχυρώνεις;
(Τὰ ὄργιά μου, τίνι τρόπῳ θὰ... κουκουλώνεις;)

Στὶς παρελάσεις, παρέχεις προστασία;
Πειράζει ποὺ δὲν θἄχω προϋπηρεσία;
Ποιά σύνορα μπορῶ κι' ἐγὼ νὰ γκρεμίσω;
Θἄχω λαισὲ-πασὲ Τούρκους νὰ γαμήσω;
Ἅπαντα ταῦτα - καὶ ἆλλα - δέον δεσμευθῆναι
(νὰ λάμψουν αἱ κλειναὶ-σοφα ἡμῶν Ἀθῆναι).
Ἰάνης Λὸ Σκόκκο
ἤ Κλινοσοφιστὴς.