Τρίτη 26 Ιουνίου 2018

1 Νοεμβρίου 2012, καὶ ὥρα 6:52. 
 
* Κλινοτρικυμίες,
ἀπὸ τὸν
Ἰάνη Λὸ Σκόκκο.

γ ά τ α τσέπης, 7.

Βρέ, βρὲ γατάκι, καλὰ ποὺ ἦρθες νὰ μοῦ κάνεις παρέα. Εἶδες; Γιὰ νὰ πίνει κανεὶς τὸν καφέ του γουλιὰ-γουλιὰ πῶς περνάει ἡ ὥρα καὶ τί ἀναπάντεχο μπορεῖ νὰ τὸν βρεῖ; Νά, ὁρίστε πού: γνωριστήκαμε οἱ δυό μας, - λίγο τὄχεις; Μιὰ κατάμαυρη γατούλα μὲ ἐλάχιστο ἄσπρο τρίχωμα στὸν λαιμό· καὶ μιὰ καταμαυρισμένη ὕπαρξη μὲ... μὲ λίγο φῶς στὸ μυαλό. Ἄχ, τόσο πιὰ ἔχω μόνον· καὶ μ' αὐτὸ θὰ πορεύομαι, θέλω δὲν θέλω. Τὰ λεφτά μου δὲν μοῦ φτάνουν οὔτε καφὲ νὰ πιῶ, φωστῆρες θ' ἀγοράσω; Καλὰ πού, μόλις δῶ γατοῦλες, κάτι παθαίνω ἀναψυκτικό, σὰν νὰ πετάω, μωρέ! Σὰν φέγι-βολὰν νιώθω ἀνσὰμπλ μὲ γατίτσες.
Πῶ πῶ, σὰν νὰ πέρασε καὶ ἡ ὥρα - κάποια μαγαζιὰ κλείνουν. Ἄμ, γι' αὐτὸ μοῦ πῆρες θᾶρρος καὶ ξεμύτισες. Καὶ πολὺ καλὰ ἔκανες· γιατὶ βρῆκα κι' ἐγὼ κάποιαν ν' ἀνταλλάξουμε δυὸ κουβέντες! Βρῆκες κι' ἐσὺ τὰ χάδια σου, τουλάχιστον γι' ἀπόψε... - δὲν πρέπει νἄχεις παράπονο, ἔ;
Λοιπόν, νὰ σοῦ πῶ: μ' ἀρέσει καὶ ἡ Αἰόλου καὶ ἡ Ἁγίου Μάρκου· εἶναι δυὸ δρὀμοι γεμάτοι φῶς καὶ χαρὰ ποὺ ξεκινοῦν, οὐσιαστικὰ, κάνοντας γωνία, ἀπὸ τὴν Εὐριπίδου, νὰ αὐτὴν ἐκεῖ! Τώρα ποὺ τὸ σκέφτομαι, κανεὶς μέχρι στιγμῆς δὲν θὰ σ' ἔχει πληροφορήσει ποῦ βρίσκεσαι, μὲς τὸ ἱστορικό κέντρο τῆς Ἀθήνας. Κᾶτσε νὰ σ' τὰ πῶ ἐγώ.

Ὅλος ὁ νοικοκυρεμένος κόσμος - οἱ γυναῖκες δηλαδὴ πιὸ πολύ - ἔρχεται ἐδῶ, - ξέρεις γιατὶ; Γιὰ νὰ βρεῖ λογιῶν-λογιῶν ἀξεσουάρ (πάντως γιὰ τὴν ὥρα δὲν εἶδα καμιὰν νὰ ψωνίζει κι' αὐτὸ δὲν μ' ἀρέσει). Ποὺ λές, μιὰ γατούλα ποὺ σέβεται τὴν ἐμφάνισή της, - ...ὤχ! γατούλα εἶπα; συγγνώμη· γυναίκα ἤθελα νὰ πῶ - θὰ ἔρθει ἐδῶ νὰ κάνει τὴν ἀξιοπρεπὴ βολτίτσα της, μόνη της ἤ μὲ κάποια φίλη ἤ καὶ μὲ συγγένισσά της, νὰ ψάξουν γιὰ κουμπιὰ, γιὰ τσᾶντες, γάντια, ζῶνες, ἐσᾶρπες, ἀγγράφες, πόρπες, ὀμπρέλες... ἔ, τί! δὲν τὰ ξέρεις αὐτά; Ὤ, καλά, δὲν πειράζει, ἄς μὴν τὰ ξέρεις. Θὰ σὲ πάρω μιὰ μέρα νὰ πᾶμε πιὸ κάτω, στὰ κρεοπωλεῖα!
Ἤ μᾶλλον θὰ σοῦ φέρω ἐδῶ κάτι ἀπὸ ἐκεῖ, ἔτσι; Κρίμα, μωρέ, νὰ μὴν ἔχω κάτι νὰ σὲ τρατάτω. Ἄ, γιὰ πές μου, στὴν Αἰόλου πᾶς; Καλά, ναί, αὐτὸ τὸ καταλαβαίνω· ἐκεῖ κάπως σοῦ τὴν σπᾶνε τὰ πολλὰ κεριὰ καὶ οἱ λαμπάδες... - ἄρα πηγαίνεις! Καὶ σίγουρα γνωρίζεις καὶ τὸν ἀγαπημένο μου γάτο, τὸν Αἴολο, π' ὅλο ξαπλώνει στὰ παγκάκια ὑπὸ τὴν σκιὰ τῶν δέντρων, πλάι στὴ στείρα κρήνη - ποὺ νὰ στερέψει ὁ Δῆμος Ἀθηναίων ἀπὸ πρεζόνια καὶ ἄλλα καλούδια. Πάντως κι' οἱ δύο δρόμοι ἔχουν τὴν χάρη τους, - μὴ μοῦ πεῖς, ἔ;
- Πῶ πῶ! Δές μιὰ κυρία, δὲς πόσο ὡραία εἶναι! Θἄθελες νἄτανε κυρά σου; Νἄμενες σπίτι της; Νὰ χωνόσουν καὶ στὸ κρεβάτι της τὸν χειμώνα; Ἔ; Μὴ μοῦ πεῖς!
Λὲς νὰ εἶναι ἀπὸ κεῖνες τὶς προκομμένες ποὺ ἀφήνουν τὴν δουλειά τους γιὰ νὰ παντρευτοῦν; Μπᾶ, σήμερα δὲν ὑπάρχουν δουλειὲς κι' οἱ γάμοι πέφτουν ἔξω!...
Πῶς τὴν κόβεις, ἐσύ, ἔτσι ποὺ προχωρεῖ ἀργά, ρομαντικὰ κι' ἀνέμελα; Μὴν κοιτᾶς τὰ μαλλιά της - μουσικὴ σκάλα θὰ εἶναι· ἀλλὰ κάτι ἆλλο θέλω νὰ μοῦ πεῖς: ἀπατᾶ ἤ ὄχι τὸν ἀγαπημένο της; Κι' ἄν ναί, νιώθει μιὰ στάλα τύψεις; Κι' ἄν ὄχι, τὸ μετανιώνει; Πῶς νὰ γινόταν νὰ τῆς κάναμε ἐπ' αὐτοῦ ἕνα τέστ ἁρπαχτό; Ἔι, μὲ γραντζούνισες, πρόσεχε!...
Ἄκου πῶς τὸ σκέφτομαι: αὐτὴ εἶναι νέα· μάλιστα δὲν χρειάζεται κἄν νὰ κρύβει ἀκόμα χρόνια , συμφωνεῖς; Κάθε νιὰρ θετικὸ κι' ἕνα μεζεδάκι θὰ σοῦ φέρω τὴν ἄλλη φορὰ ποὺ θἄρθω - συντομότατα, γιὰ χάρη σου, Κατιούσα μου, ἐσὺ γλυκειά!... Ἄν ὁ ἄντρας της εἶναι μεγάλος, αὐτὸς θὰ ξανανιώνει μαζύ της ἀλλ' αὐτὴ, κακὰ τὰ ψέμματα, θὰ γεράσει πρὶν τὴν ὥρα της. Γιὰ νὰ τὴν δοῦμε καλὰ στὸ πρόσωπο, - δές την καὶ σύ· θέλω νὰ διαπιστώσω, ἀπὸ τὸν ἀέρα της, τὴν ποιότητα τοῦ συζύγου της. Μμμ, λέγε! Φτού! Τώρα βρῆκε κι' αὐτὴ νὰ στρίψει στὴν γωνία; Πιὲς μιὰ γουλιὰ καφὲ γιατὶ νευρίασα. Νὰ πιεῖς - τὶ μὲ νοιάζει ποὺ δὲν θέλεις; Φοβᾶσαι μὴν πάθουν τὰ νεῦρα σου; Ἐγὼ, πῶς περιορίζομαι δηλαδὴ νὰ κρατῶ ἐσένα στὰ χέρια μου, ἐγώ, πῶς τὸ βλέπεις, δὲν ἔχω ψυχὴ γιὰ κάτι καλλίτερο; Τί γραντζουνᾶς, μωρὲ βρωμόγατο; Σὰν τὶς γυναῖκες εἶσαι κι' ἐσύ: ἀπὸ μακρυά, ὡραία· κι' ἀπὸ κοντά; Μαννούλα, σῶσε με!... Ὁρίστε, αἷμα! Στὸ χέρι ποὺ σὲ χάιδεψε, παληομαϊμού!... Φύγε, σκασίλα μου! Καὶ νὰ μὴ σὲ ξαναδῶ - ὥς αὔριο!

Παιδάκι μου, οἱ γυναῖκες καὶ οἱ γάτες δὲν θέλουν παρατήρηση καὶ ψυχανάληση, θέλουν χαρχάλεμα, τότε τὶς μαθαίνεις. (Στὸν ἴσκιο μου μιλάω!)
[Συνεχίζει ὡς γάτα τσέπης 8]
~~~~
- Κλινό, σ' ἀγαπάω, μὴ μὲ παρατᾶς....


- ...εἶμαι ἔγκυος, θ' αὐτοκτονήσω!
(Καταραμένε κερατ
ά!...)

29 Ὀκτωβρίου 2012, καὶ ὤρα 7:36.

Ναί,
.......... εὐχαριστῶ . .τοὺς συνωμότες αὐτῆς τῆς "σελίδας".

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
* Κλινοτρικυμίες,
ἀπὸ τὸν
Ἰάνη Λὸ Σκόκκο.

γ ά τ α τσέπης, 6.

Ἄχ, βρὲ παιδί μου, δὲν θέλει καὶ πολλὴ σκέψη τὸ πρᾶγμα! Ἡλιόλουστη μέρα, μὲ κάθε γάτα καὶ γατὶ στὸ τσεπάκι σου (ὅλες σ' ἀγαποῦν, κερατούκλη!) καὶ νὰ πᾶς νὰ κλειστεῖς ἐν μέσῳ ἁγίων, ὁσίων καὶ συγχωρεμένων; Κᾶτσε ἐδῶ, στὸ Orthio, νὰ πιεῖς τὸ καφεδάκι σου, ψηλὰ στὸ ἐσκαμπώ - κι' ἄλλωστε ἔχει τὴν χάρη της καὶ ἡ ὁδὸς Ἁγίου Μάρκου - ἔμ, παράλληλη τῆς Αἰόλου εἶναι, γεμάτη μαγαζιά, μὲ τὸ Βαφτιστικάδικο μπροστὰ στὰ μάτια σου: 25 κομμάτια, μπλὲ ἤ ρὸζ, μόνον 250 εὐρὼ! Θὰ μποροῦσες νὰ γίνεις μιὰ φορὰ κι' ἐσὺ νονὸς ἀλλὰ ποῦ!...Μόνο γάτες ξέρεις νὰ βαφτίζεις διαβάζοντας στὰ γαλλικὰ ὅποια σοῦ τύχει περικοπὴ τῶν Εὐαγγελίων!...
Πάντως, σοῦ πετυχαίνουν τὰ βαφτίσια σου, ἐσένα. Κάτι ὀνόματα, μὰ κάτι ὀνόματα!...
- Ἕναν ἑλληνικὸ γλυκό, κι' ἄν θέλετε νὰ βράσει λίγο πιὸ πολύ!...
Καὶ δός του νὰ περνᾶνε γυναῖκες - τὄξερες! μὴν πεῖς πὼς δὲν τὄξερες!... - μπροστά σου: ὁδὸς Ἀνικανοποιήτων θἄπρεπε νὰ λέγεται αὐτή. Γυναῖκες δὲν περνοῦν;
Οἱ μαγαζάτορες, θὰ ἦταν κάποτε κάμποσο ἔξυπνοι, γιατὶ μάζεψαν ὅλον τὸν γυναικόκοσμο ἐδῶ. Χρόνια, τίποτα δὲν ἄλλαξε. Πλὴν ἴσως λιγόστεψαν τὰ λεφτὰ καὶ οἱ ἀγορές. Πάντως γυναῖκες πᾶνε κι' ἔρχονται, οὔ! μὲ τὸ παραπάνω. Κᾶτσε τώρα νὰ τὶς λουστεῖς.
Βρέ, γιὰ θυμήσου, τότε ποὺ εἶπες νὰ νοικιάσεις ξέχωρο σπίτι κι' ἤρθατε ἐδῶ μὲ τὴ μάννα σου καὶ τὴν ἀγαπημένη σου ἐξαδέλφη, τὴν Ἑλένη (ἴδια ἡ Λολομπρίτζιντα ποὺ νὰ πάρει-νὰ πάρει...) Καὶ τί δὲν ψωνίσατε νὰ ὀμορφήνετε τὰ δωμάτιά σου!... Συνήθως μιὰ γυναίκα καὶ μόνο στὸ σπίτι ἀρκεῖ γιὰ νὰ εἶναι ὅλα ὄμορφα.
Ἀλλὰ κάτι μοῦ λέει πὼς: οἱ ἴδιες οἱ γυναῖκες δὲν τὸ πιστεύουνε αὐτό. Νὰ καὶ γιατὶ καταφεύγουν στὰ στολίδια πάνω τους καὶ γύρω τους. Ψέμματα πὼς οἱ γυναῖκες εἶναι γάτες. Ἕνας πραγματικὸς καλλιτέχνης αὐτὸ τὸ ξέρει, καὶ συνεπῶς δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει χωρὶς γάτα. Ἀπὸ γυναῖκες; Ἔ, καλά!...
Λένε πὼς οἱ γυναῖκες εἶναι λουλούδια. Ἔ, καλά!... Τότε γιατὶ ἀρωματίζονται; Ποῦ εἶναι τὸ μοσχοβόλημά τους; Βρωμᾶμε ἰσαξίως, ἆντρες γυναῖκες!
Εἶναι, λέει, εὔθραυστες.Ἔ, καλά!... Κᾶτσε νὰ πιεῖς καφὲ στὴν Ἁγίου Μάρκου καὶ τὰ ξαναλέμε. Καὶ τί δὲν περνάει, μπροστά σου, ἀπὸ θηλυκὸ καταδρομικό! Τὶς κοιτᾶς καὶ ἀλοιθωρίζεις γιὰ πολλοὺς καὶ διαφόρους λόγους καὶ συχνὰ εὔχεσαι ὁ καφὲς νἆταν τῆς πατηγοριᾶς, πικρός. Ποῦ εἶναι ἡ θειά σου ἡ Εἰρήνη, νὰ τῆς γυρίσεις τὸ φλυτζάνι νὰ σοῦ πεῖ: γυναίκα, βλέπει στὸν ὁρίζοντα, γιὰ σένα;
Ἐπιμένεις στὴν θειά σου τὴν Εἰρήνη γιατὶ ἦταν παμπόνηρη ἡ λωλο-Σμυρνιὰ κι' ἐσὺ ἀγρὸν ἠγόραζες! Σοῦ ἔπαιρνε λόγια χωρὶς νὰ τὸ καταλάβεις καὶ σοῦ τὰ σερβίριζε γιὰ πρωτάκουστα ἤ μᾶλλον πρωτοειπωμένα!
- Μὰ, πῶς τὰ βρίσκει!...
- Ἔ, καλά!...
- Νά τη, παιδί μου, λεπτή, ψηλή, μὲ γαλλικὴ φινέτσα!... Ἔχει καὶ λεφτά, μεγάλη προίκα!... Σ' ἀγαπάει καὶ τρελλαίνεται γιὰ τὴ Λωλοτεχνία (ἔτσι δὲν μοῦ τὴν εἶπες αὐτή;) Νὰ δεῖς ποὺ αὐτὴ θὰ λέει πιὸ πολλὲς λωλάδες ἀπὸ σένα καὶ θὰ τὰ ταιριάξετε!...
Τὴν θέλεις ἄγγελο (ν' ἀγαπήσει γιὰ πρώτη καὶ τελευταία φορὰ μόνον ἐσένα), νὰ μὴν σὲ κερατώσει οὔτε μιὰ φορά (γιατὶ τότε θἆναι πουτάνα), οὔτε πολλὲς φορές! Καὶ δὲν ξέρω τί θἆναι τότε. Ἄ, τὸ βρῆκα: γκομενού! Μπᾶ, ὄχι, κάτι χειρότερο ἀλλὰ ποῦ θὰ μοῦ πάει, θὰ τὴν βρῶ τὴ λέξη καὶ...θὰ τὴν πῶ!
Τὸ κακὸ μ' αὐτὸν τὸν δρόμο καὶ μὲ τὰ τόσα πήγαιν'-ἔλα του εἶναι πὼς γάτα δὲν στεριώνει: ὥς τώρα καμιά!...Ἔχω ἀρχίσει νὰ νιώθω σὰν ἀγριόγατος ποὺ θέλει γάτα νὰ...γατέψει, ἐδῶ καὶ τώρα! Νὰ μοῦ δώσει τὸν λόγο της, αὐτὸν ποὺ δὲν θὰ κρατήσει. Κι' ἄς τὴν πιστέψω. Κάθε γυναίκα ἄλλωστε ταξειδεύει μὲ τὰ λόγια ἀπὸ καρδιὰ σὲ καρδιά, - δὲν θὰ εἶναι δὰ καὶ ἡ πρώτη: ἡδονὴ ἴσον σταύρωση, τὸ ξέρουμε, τὸ ξέρουμε! Σημασία ἔχει νὰ εἶναι ἡ Ἐκείνη. Γιὰ τὶς ἆλλες, ποιός νοιάζεται;
Ὄχι, ὄχι, δὲν θέλω καμιὰν ἀπολύτως ἠθικιά - νὰ μοῦ λείπει. Αὐτὴν τὴν χαρίζω στὸν Θεό, ποί, ὅσω νἆναι, θέλει κι' Αὐτός, ὡς Νυμφίος, τὶς Πιστές του Ἀρραβωνιαστικές! (Αὐτὸς κι' ἄν εἶναι γυναικάς, ἄλλου τύπου - Παναγία μου σῶσε!...) Ὅλες οἱ θεοῦσες μὲ τὴν προίκα στὸ χέρι - καὶ στὰ πόδια Του - παρακαλοῦν μὲ δάκρυα.
Μὲ παρακλήσεις, Τοῦ παραδίδονται χωρὶς ἴχνος ζήλειας γιὰ τὶς ἆλλες - ἄν καὶ ἡ παρθενιὰ δὲν ἔχει ὅρια καὶ μερικὲς εἶναι πιὸ παρθένες.
Ἀντιθέτως, ἐσὺ θέλεις:
- Μία, θεούλη μου, ποὺ νὰ μὴ μοῦ βγάλει τὰ μάτια!...
Ὕστερ' ἀπ' αὐτό, κατάλαβα καὶ ποιός εἶσαι - μὴν τὸ πεῖς, θὰ σ' τὸ πῶ ἐγώ! Εἶσαι ὁ γλυκο-Κλινούλης τῶν ἕξη ἀστέρων! Μπήχτη, ἔ μπήχτη, ἐσὺ εἶσαι - δὲ μὲ γελᾶς ἐμένα!

Πάντως, ἀπ' ὅσες πέρασαν, χοντροκῶλες, χαμηλοκῶλες ἤ καὶ ἄκωλες, μέχρι τώρα, καμιὰ δὲν γύρισε νὰ μὲ κοιτάξει. Κι' ἔχω πάρει τόσο γοητευτικὴ στάση!...Βρὲ, μήπως εἶναι κρυφοκοιτάζουσες, χαμηλοβλεποῦσες; Μήπως ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός βλέπουσιν καλλίτερον ὡς γαλαί, κοινῶς γάτες;
Ἀρχίζω νὰ ψέλνω σὲ στὺλ ὑβ-μοντανικοῦ νεαροῦ:
- Ἰδού ὁ Κλινούλης ἔρχομαι ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός καί μακάρια ἡ δούλη, ἥν εὑρίσκω γρηγορούσα καὶ μὴ ῥαθυμούσα. (Et bien, voilà moi, le petit Clino, qui viens au milieu de la nuit en trouvant une esclave fidèle et prudente...)
Tί ἆλλο νὰ πῶ πιά; Μπάφιασα! Οὔτε μιὰ νὰ μὲ ξετρελλάνει. Ἐκτὸς ἄν περιμένουν ὑπόσχεση γάμου - δὲν σφάξανε οὔτε θὰ σφάξουνε! Βαφτίσια, μάλιστα! (μὴ φανταστοῦν στὸ μαγαζὶ πὼς τοὺς γρουσουζεύω κιόλας), ἀλλὰ γάμος; γιόκ! Νὰ πάρω γυναίκα καὶ νὰ φτιάξω πεθερά; Μπορεῖ αὐτὸ νὰ εἶναι τῆς μόδας ἀλλὰ ἐμένα δὲν μ' ἀρέσουν τὰ καπρίτσια τῶν ἀνθρώπων. Προτιμῶ τὰ ἀκατανίκητα τῆς ζωῆς, ποὺ κακὸ χρόνο νἄχουν καὶ δαῦτα!
Συχνὰ λένε ἀκόμα πὼς τὸ νὰ γεννηθεῖς γυναίκα εἶναι κατάρα ἀλλὰ μιὰ γυναίκα μπορεῖ ν' ἀλλάξει τὸν κόσμο. Καλλίτερο, χειρότερο τὸν κάνει; - δὲν ξέρω, λέω μόνον ὅσα ξέρω.
Πάντως, τόσην ὥρα ψάχνω μιὰν ὡραία, ποὺ θὰ ἔχει τὴν χάρη καὶ τύχη καὶ ἔμπνευση νὰ προσέξει ἐμένα καὶ κάτι νὰ πάθει... - κάτι σὰν διαβολοκαβαλίκευμα ὑποθέτω, δὲν ἐφάνη ἀκόμη. Ἅμα βρεθεῖ,
εὐθὺς θὰ τὴν κεράσω καφὲ ἤ κάτι δροσιστικὸ ποὺ νὰ πηγάζει ἀπὸ τὰ μάτια μου καθὼς θὰ φλέγονται τὰ χείλια της.
Γιὰ τὰ ὑπόλοιπα; Ὁ Θεὸς νοιάζεται γιὰ ὅλα τὰ περπατούμενα καὶ τὰ πετούμενά Του - ἀλλά, δὲ βαριέσαι!...Μποροῦμε καὶ μόνοι μας! Ἔλα τώρα, καλὰ σοῦ λέω, ἄσε. Μὴ βρεῖ τὸν μπελά Του καὶ ποῦν πὼς μᾶς τἄφτιαξε Ἐκεῖνος!...Τὸ ξέρουμε πὼς εἶναι ὁ μεγαλύτερος ρουφιάνος σὲ ὅλον τὸν ντουνιὰ ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ Τοῦ τὸ λέμε καὶ νὰ τραυματίζεται. Ὀρφανὸς εἶναι, ...ποιὰ μάννα θὰ Τὸν παρηγορήσει; Γιὰ μιὰν ὑπόληψη κι' Αὐτὸς ἐπουρανεῖ.
Καί, ὦ τοῦ θαύματος τῶν θαυμάτων! Νὰ μία γάτα - en voilà une!
- Ψὶ ψὶ ψὶ ψὶ ψὶ!... Βαπτίζεται ἡ servante de Dieu Γατιούσα, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κλινό, - καὶ κανενὸς ἄλλου κερατᾶ! Ἀμέ, τί!...
Κρίμα νὰ μὴν ἔχω γατοκουφετάκια, νὰ φάει. Τὴν παίρνω στὰ πόδια μου. Eἶναι τόσο βολικιὰ ποὺ ὅ,τι θέλω τὴν κάνω ἄνευ αἰδοῦς. Κατ' εὐθείαν τὴν κοιλίτσα της χαϊδεύω. Μοῦ κάθεται, τὰ θέλει!...
Μία γατούλα ἐγκαταλείπεται στὰ χέρια μου! Τέτοια γυναίκα θἄθελα.
Ἴσως ξαναψάξω.
[Συνεχίζει ὡς γάτα τσέπης 7.]
~~~~~~~~~~~~~~~~

Μία γάτα (δὲν μπορεῖ, θὰ) μὲ παραμονεύει!... ...

Πρὸς τὸν σωτήρα τῆς Ἑλλάδος, τὸν ΤΥΨΕΙΣ.

  • 20 Ἀπριλίου 2012, καὶ ὥρα 11:00.
Re: θὰ μὲ ψηφίζατε; ΤΥΨΕΙΣ.
~~~~
νὰ πῶς ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ σωθεῖ:
κόμμα ποὺ δὲν ἔχει ἐπανεκδοθεῖ.
 
Νὰ σὲ ψηφίσω νὰ μᾶς βγεῖς πολιτικός!
Νὰ κλαίγω, μ' ἔχεις δεῖ, κωμικοτραγικῶς;
Κάλλιο μὴ μὲ δεῖς ποτέ σου καὶ τρομάξεις·
θὰ χρειαστεῖς πολλῶν Ἑλλήνων ἀφαιμάξεις,
καθὼς θὰ σοῦ κοποῦν ἥπατα κι' αἵματα.
(Δύναμαι διδάξειν σε, νὰ λὲς ψέματα).

Καλά, καὶ ...μὲ ποιό κόμμα λὲς νὰ κατέβεις;
Πόσω ἄρχισες τὴν μάννα σου νὰ κλέβεις;
Ἐν Φόρουμ, τί καλὸ πᾶς νὰ μὲ διορίσεις;
Θὰ συμπεριλάβεις κι' ἄλλους; - Μὴν τολμήσεις!
Σκέψου μόνον πόσω ἀξίζω γιὰ συνδιασμό...
(Στοὺς φόρους, κάνεις καλὸ πολλαπλασιασμό;)

Γιὰ χάρη μου, μάθε κι' ἀπταίστως γαλλικά,
νὰ σοῦ κάνω τοὺρ ντὲ Φρὰνς στὰ σεξουαλικά.
Θὰ καταργήσεις ἅπασες τὶς θρησκεῖες
καὶ πρὸς Ἁγίους τάματα, δωροδοκίες;
Πόσες μίζες ἐτησίως μοῦ κατοχυρώνεις;
(Τὰ ὄργιά μου, τίνι τρόπῳ θὰ... κουκουλώνεις;)

Στὶς παρελάσεις, παρέχεις προστασία;
Πειράζει ποὺ δὲν θἄχω προϋπηρεσία;
Ποιά σύνορα μπορῶ κι' ἐγὼ νὰ γκρεμίσω;
Θἄχω λαισὲ-πασὲ Τούρκους νὰ γαμήσω;
Ἅπαντα ταῦτα - καὶ ἆλλα - δέον δεσμευθῆναι
(νὰ λάμψουν αἱ κλειναὶ-σοφαί ἡμῶν Ἀθῆναι).
Ἰάνης Λὸ Σκόκκο
ἤ Κλινοσοφιστὴς.

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2018

  • 21 Ἀπριλίου 2012, καὶ ὥρα 9:30.
Re: Σρί Λάνκα: Κότα γέννησε κοτόπουλο χωρὶς αὐγό!
~~~~
γεννήθηκε πουλὲ χωρὶς τσῶφλι,
σὲ ἀριστοκρατικὸ κατῶφλι.

Ἐξωτσώφλιο Κοτόπουλό μου,
καρπὲ γάμου καινοτόμου,
πόσο λυπᾶμαι ποὺ θὰ ζήσεις,
τῆς δυστυχίας δοθείσης,
τὴν κατακραυγὴ τῶν τιμίων
χριστιανῶν κοτοποιείων.

Μαῦρο 'σὺ θὰ τρῶς καλαμπόκι!
Ὅλα τ' ἀσπράδια καὶ  οἱ κρόκοι
θὰ σὲ μισοῦν, θὰ σὲ σνομπάρουν,
τὴν ζωή σου θὰ μπλοκάρουν...
Γεννήθηκες καταραμένο,
βρέφος ξεξωτσωφλιασμένο!

Ἀλλ' ἄς τὸ κλινοτσωφλίσουμε,
- κι’ ἄς μὴν θρηνολογήσουμε:
σ' ἔτεκεν ἐξωκοκκορικῶς
ἡ κλώσσα· νά, προφορικῶς!
Ἄνευ δηλαδὴ συνουσίας
καὶ τοῦ πετεινοῦ βλακείας.

Ἔ, καί; Τσίου τσίου δὲν κάνεις;
Τάχα κουτσουλιὲς δὲν φτιάνεις;
Νεράκι μὲ ράμφος δὲν πίνεις,
- τὸ βλέμμα στὸν Θεὸ δὲν τείνεις;
Πρῶτα τοὺς μᾶγκες θὰ ρεζιλέψω...
- κι' ἔλα 'δῶ νὰ σὲ χαϊδέψω!
Ἰάνης Λὸ Σκόκκο.

Καὶ τώρα, φανερώνω τὴν ψῆφο μου!
26 Ἀπριλίου 2012, καὶ ὥρα 17:30.


Ψηφίζω γιὰ τὸ  συμφέρον
πάντων τῶν τρελλοκαμπέρων.

 ~
Θὰ ψηφίσω ἐκεῖνο τὸ καλὸ κόμμα ποὺ θὰ μ' ἀναγκάσει,
νὰ ξαναρχίσω νὰ δουλεύω... μέχρι νὰ μὲ κατεβάσει
ἀποφρὰς
τις τετρὰς
μὲ σχοινιὰ σὲ προσωπικὸ τάφο, - δίχως ψαλμούς, ἐννοεῖται!
Μόλις τὸ μάθετε, ποιητὲς ἀθάνατοι, μὴ λυπηθεῖτε...
- προστάζω.
Σκευάζω
πουγκί, γιὰ χάρη σας, κατάμεστο κατάρες. Θὰ τὶς βρεῖτε
στ' ὁλότρυπιο βρακί μου, ποὺ ἐνδόξως καὶ πλήρως ἐμφορεῖται
ἀπ' εὐχὰς
καὶ χαρᾶς,
ποὺ λαθρομετανᾶστες θἄχετε γι' ἀφεντικά σας, τότε,
π' ἐσεῖς, σ' αὐτοὺς, θἄσαστε δοῦλοι κι' ἐκεῖνοι θἆναι πατριῶται
Ἑλλάδος·
κι' Ἰλιάδος
κι' Ὀδυσσείας γνῶστες, σ' ἀπαγγελίαν ἀπολύτως τουρκικήν·
θὰ νυμφεύεται ὁ Ἀχμὲτ τὴν Ἀϊσέ, κι' ὄχι ὁ Τάσος τὴν Κικήν.
Ψηφίζω;
...Νομίζω!

Ἰάνης Λὸ Σκόκκο. 


 2 Μαΐου 2012,  καὶ ὥρα 17:30.
Ἐθνικοφιλελεύθερος γραψε: (...) υ.γ. ούτε από χιούμορ δεν σκαμπάζετε.
χιοῦμορ ἔχουμε - κι' ὀμνύω,
τὰ ἰμάτιά μου διαρρηγνύω.

Ἔ, ὄχι καὶ νὰ μᾶς λές: οὔτ' ἀπὸ χιοῦμορ δὲν σκαμπάζουμε!...
Τώρα π' ἀνοίξανε τὰ μυαλά μας; Κι' ἀπὸ ποῦ δὲν μπάζουμε
γνώσεις, ἰδέες, μούρλιες κι' ἆλλα τόσα νοητικῶς πρωτοφανὴ;
(Λόγια μίσους, λές· φθόνου· ποὺ τὰ λέν' τῆς εὐφυΐας ὀρφανοί).

Χιοῦμορ, κρυμμένο ἔχουμ' ὥς τὶς ἀποθῆκες τῆς κοιλιᾶς μας·
σκέψου: μᾶς περισσεύει, ποὺ μ' αὐτὸ...σέρνουμε τὰ σκυλιά μας!
Τἄχω χαμένα καὶ δὲν ξέρω τί σὲ πιάνει... κι' ὧρες-ὧρες
νά! χωρὶς ἀσφάλεια, σοῦ πέφτουνε τοῦ νοῦ κιλοβατῶρες.

Ὅσοι δὲν μᾶς πιστεύετε, μπορεῖτε νἄρθετε νὰ δεῖτε·
Ψᾶξτ' ἀπ' τὸν ἐγκέφαλο ὥς τὸν πωπό μας! Κι' ἄν δὲν ἐκπλαγεῖτε,
πᾶρτε τὰ ψευδώνυμά μας, ἀφεῖστε μας ξεβράκωτους...
Χωρὶς κἄν τάφο νὰ μᾶς θάψετε, ἐντελῶς ἀκαπάκωτους.

18 Ὀκτωβρίου 2012, καὶ ὥρα 2:23. 
 
Εικόνα * Κλινοτρικυμίες,
ἀπὸ τὸν
Ἰάνη Λὸ Σκόκκο.

Εικόνα     γά τ α τσέπης, 5.

Καὶ πραγματικὰ ἔνιωσα ἐλεύθερο γατάκι μὲ διάθεση νὰ προσευχηθῶ δι' ἐμὲ καὶ τὸν πλησίον, τοὺς πλησίους καλλίτερα, τοὺς πάντας ἔτι κάλλιον. Ἔκανα νὰ μπῶ στὴν αἴθουσα ἀναμονῆς θανάτου ἀλλ' ἀμέσως τρόμαξα στὴ σκέψη πὼς ὅλοι οἱ ἅγιοι θὰ μὲ κοίταζαν σὰν ὑποψήφιο σὲ καλλιστεῖα ἀρετῆς. Ὅλοι οἱ νεκροί, ποὺ πέρασαν ἀπὸ ἔλεγχο, μὲ διορθωσοῦλες κι' αὐστηρὲς παρατηρήσεις ἀπὸ τοὺς πρυτάνεις τῆς ἐπὶ γῆς ὁσιότητος καὶ ἐπιφωτεστεφανώθηκαν, θὰ μὲ λοξοκοίταζαν, ἐντὸς τοῦ ναοῦ, πίσω ἀπὸ τὶς πλάτες τοῦ Θεοῦ, (ὁ ὁποῖος ἔχει ἐπαναπαυθεῖ εἰς τοὺς ἐδῶ ἐκπροσώπους Του) - μπροστά Του πάπιες, καθώς:
- Ἐκεῖνος κρίνει κι' ὁ Ἴδιος ἀποφασίζει.
Εἶμ' ἕνας νεκρὸς ποὺ ζεῖ ἀκόμα καὶ προτιμῶ τὸν καθαρὸ ἀέρα, ἔστω καὶ τῆς ὁδοῦ Αἰόλου (ὑπάρχουν καὶ χειρότερες καὶ βρωμερότερες, νά, ὅπως ἐκεῖ γύρω ἀπὸ τὴν πλατεία Βάθη...- οὔ, μὴν τὸ σκέφτομαι καὶ πρὸ παντὸς ἄς τὸ κρύβουμε). Ὑπὸ τὸν οὐρανό, στὸν καθαρὸν ἀέρα, ἐπὶ γῆς ἡ ἐξομολόγηση εἶναι πιὸ θεραπευτικὴ.
Ὄχι, βρὲ χαζὰ γατάκια, δὲν φοβᾶμαι τὸν θάνατο, - μὰ τὶ χαζομάρες πᾶτε καὶ σκέφτεστε κι' ἄς μὴν τὶς νιαουροψελλίζετε; Ὅλη ἡ ζωή μας δὲν εἶναι ἀναμονή μας θανάτου;
Πράξη καρδιᾶς δὲν εἶναι κι' αὐτός; Τί ποιός; Ὁ καλὸς ποιμήν, ὁ κυρ-Χάρος, χάνει ποτὲ κανένα πρόβατό του ἤ χρειάζεται ποτὲ μαντρί, σκυλὶ καὶ φόβο λύκου; Ὁ θάνατος ἔχει ὅ,τι θέλει χωρὶς νὰ κουνήσει κἄν τὸ δαχτυλάκι του. Ὅλα δικά του.
Ἐκεῖ, στὸν Πλάτανο, γονάτισα. Πῆρα δυὸ φῦλλα του φυλαχτὸ κι' ἔκλεισα λίγο τὰ μάτια. Διψοῦσα...
Δίπλα, ἔχει μιὰ κρήνη, ποὺ ὁ δῆμος Ἀθηναίων δὲν τὴν ἀφήνει νὰ τρέχει νὰ δροσίζει τοὺς περαστικοὺς. Ἄν διψᾶνε; Ἔ, νὰ πληρώσουν νὰ πιοῦν ἤ νὰ σκάσουν ἄνυδροι. Ὁ πλάτανος, ἔννοια σου, ποτίζεται ἀπὸ προαιώνια ὑπόγεια δάκρυα, σιγὰ μὴν περίμενε...ἄσε, μὴν πῶ τίποτα!
Ἐσύ, μεσιέ, μπορεῖς νὰ κλάψεις ἄνετα, μέχρι κορεσμοῦ. Κανεὶς δὲν θὰ δώσει σημασία (αὐτὴ εἶναι ἡ τρέχουσα ἀρετή, λὰ πιοὺ γκράντε σκασίλα τῶν ἀνθρώπων ντὲ λὰ Γκρέτσια) καὶ τὰ φῦλλα θὰ ἐκτιμήσουν τὴν προσπάθειά σου νὰ τὰ ποτίσεις δι' ὀφθαλμοκαταρρακτῶν, ἔστω κι' ἄν αὐτὰ, τὰ δάκρυα, δὲν φτάνουν οὔτε γιὰ "ζήτω!"... - μὴν ξεχνᾶς: ἡ πρόθεση μετράει.
Τὸ πολὺ-πολὺ κάποιος νὰ πεῖ:
- Ἄς πρόσεχε!...
Βέβαια, ἄν τὸν ἄκουγε κάποιος τρίτος, τί μουρμουρίζει, μπορεῖ καὶ νἄλεγε:
- Ἄχ, ὁ καθένας μὲ τὸ σταυρό του στὴν πλάτη!... Μεγάλο λόγο μὴ λές.
Πάντως καὶ οἱ δύο - καὶ οἱ τρεῖς, ἄν ὑπάρξουν τέσσερις - θὰ βιαστοῦν νὰ φύγουν, γιὰ ἕναν καὶ μόνον λόγο: ὅλοι βιάζονται καὶ δὲν προλαβαίνουν ν’ ἀσχοληθοῦν.

Ἄ, νά! Κάποιοι κοντοστέκονται κι' ἀποφασίζουν νὰ μποῦν στὴν ἐκκλησία, ν' ἀνάψουν τὸ κεράκι τους, νὰ φιλήσουν τὴν εἰκόνα ποὺ προτιμοῦν καὶ κάτι ἆλλα τέτοια ποὺ δὲν στοιχίζουν καὶ πολὺ - ὅσα προαιρεῖσαι, ἄς ποῦμε καὶ μισὸ εὐρώ: οἱ ἅγιοι ἀνέκαθεν ἐκτιμοῦσαν τοὺς ὀβολοὺς ποὺ δίδονται μὲ τὴν καρδιά.
Γιὰ νὰ μεσολαβήσουν ὑπὲρ ὑγείας, ἕνα κεράκι εἶναι ἔνσημο ἱκανό.
Ἡ κηδεία εἶναι ποὺ κοστίζει πολλὰ καὶ νὰ σοῦ πῶ γιατὶ: αὐτοὶ ποὺ σὲ κηδεύουν (ἀναγκαστικά) δὲν σ' ἀγαποῦσαν ντὲ καὶ καλά! Κι' ἄν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν τὸ ξέρουν (τὰ κουτσομπολιὰ μέχρι ἐκεῖ φτάνουν καὶ καθαγιάζονται βεβαίως βεβαίως) οἱ ἅγιοι, οἱ ὅσιοι καὶ οἱ ἄγγελοι, μὲ πρῶτον ἀπ' ὅλους τὸν Μιχαὴλ (Παναγία μου, τὶ αὐστηρὸς ποὺ εἶν' αὐτός! Ἀπὸ τὸ στόμα του δὲν ἀκοῦς τίποτ' ἆλλο παρά: "Στῶμεν καλῶς, στῶμεν μετὰ φόβου!" καὶ μὴν ξεχνᾶμε πὼς, αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὁδήγησε τοὺς πρωτοπλάστους ἔξω ἀπὸ τὸν Παράδεισο, γιατί αὐτοί, ἦταν ἱκανοὶ νὰ παραμείνουν ἀρμένικα ἐκεῖ ἤ ποιός ξέρει ἆλλο τί) καὶ φυσικὰ σοῦ λέει, παρὰ τὴν ὑπαξιωματικὴ ἀγιοσύνη του, μὲ μπόλικη τσουχτερότητα, γιατί πολὺ θᾶρρος τοῦ ἔχει δώσει ὁ Θεός:
- Μπ, θέλεις διὰ τὸν τεθνεώτα σου διαμέρισμα ἐν τόπῳ φωτεινῷ, ἐν τόπῳ χλοερῷ, ἐν τόπῳ ἀναψύξεως; Τὰ εἶχεν αὐτὰ κι' ἐν ζωῇ; Τὶ σόι ἀπαιτήσεις εἶν' αὐτές;
Ἄσε ποὺ μπορεῖ νὰ πεταχτεῖ καὶ κανένας Κλινοσοφιστής, νὰ πετάξει τὸ μακρύ του (κοντὸ δὲν ἔχει), ὁ ἀσεβέστατος:
- Ἔχει χαράτσια κι' ἐκεῖ ἰδιοκατοίκησης;
Ἀλλὰ μᾶλλον κάτι τέτοιο μοιάζει ἀπίθανο, διότι κι' αὐτὸς κάπου-κάπου ὅλο καὶ κάτι σέβεται - μὴν τὸν βλέπεις ἔτσι! Κάνει τὸν τολμηρὸ, δὲν εἶναι παρὰ μόνο στὰ γραφόμενά του!...

Ἀλλὰ ξεφύγαμε. Οἱ ἅγιοι, οἱ ὅσιοι καὶ οἱ ἄγγελοι , μὲ πρῶτον ἀπ' ὅλους τὸν Μιχαὴλ θὰ προσθέσουν:
- Θέλεις τὸν μακαρίτη σου καὶ...ἔνθα ἀπέδρα ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμὸς; Μπ! Τώρα σ' ἔπιασε ἡ πόνεση; Καὶ τόσα χρόνια γιατὶ τοὔβγαζες τὴν ψυχὴ κάθε λεπτό; Τέρας ἀνθρώπινο ποὺ λύσσαξες στὸ κατ' εἰκόναν καὶ ὁμοίωσιν τῶν τεράτων;
Ὤχ, γατάκι μου, δὲν θἄθελα μὲ τίποτα νὰ μὲ καλέσουν γιὰ μάρτυρα στὴν Θεία Δίκη. Μὲ ποιανοῦ τὸ μέρος νὰ πήγαινα ἄλλωστε;
Τοὺς ζωντανοὺς τοὺς ἀγαπάω - κι' ἄς μὴν τούς θέλω οὔτε ζωγραφιστούς.
Τοὺς ἀποθαμένους, τούς νοσταλγῶ. Ἀλλ' ἄν τούς εἶχα τώρα, ἐδῶ, μπροστά μου, καὶ τί δὲν θὰ τοὺς ἔσουρνα - συγγνώμη "ἔψελνα" ἤθελα νὰ πῶ, - ...εἶναι καθὼς πρεπέστερον ὑπὸ τὰς συνθῆκας μνημοσύνου. Ἄχ, γατάκι μου, γατούλη μου, Αἴολε, τί ἕωλος, τί ἄτολμος ποὺ εἶμαι, ἀνούσιος κι' ἀηδής!... Ἀντὶ νὰ σοῦ μιλῶ μὲ χάδια γιὰ φαγάκια, μεζέδες, γατοῦλες μὲ ρὸζ μυτοῦλες ποὺ κουνᾶνε τὴν οὐρά, βάλθηκα νὰ σἐ κλινοσοφοζαλίζω. Καὶ δὲν εἶπα ἕνα καὶ δυὸ μονάχα. Ἑκατὸν δυὸ παράτολμα ξεστόμισα. Γατάκι ἀγράμματο εἶσαι, μωρέ, ὀρφανὸ καὶ παραπεταμένο στοὺς πέντε δρόμους, τὶ νὰ μοῦ κάνεις; Καὶ ποὺ κάθησες καὶ μ' ἄκουσες, ὅ,τι καὶ νὰ κατάλαβες, ἐγὼ σ' εὐχαριστῶ, σ' ἀγαπῶ, σὲ φιλῶ στὴν κοιλίτσα. Βρέ! Τὸ βρῆκα: ἐδῶ πιὸ κεῖ εἶναι καὶ τὸ Λαϊκὸ Πανεπιστήμιο. Πάω ν' ἀκούσω μαθήματα. Γιατί, ὅποιος δὲν μαθαίνει πράματα, εἶναι σὰν νεκρὸς ποὺ τὸν ξεθάψανε. Καὶ βρωμάει, οὔουου!... τί νὰ σοῦ λέω!... σὰν θεόνεκρη ψοφόγατα! Ὅσο καὶ νὰ πλένεται, ὅπως καὶ νὰ ντύνεται, νὰ στολίζεται καὶ νὰ κερνάει γιὰ νὰ τὸν κολακεύουν, ἡ ἀμορφοσιὰ ξεπλένεται καὶ κατανικιέται μόνο μὲ τὸ λεύτερο πουλὶ τῆς μάθησης.
- Τὰ λέμε τουμόροου, καλό νιὰρ πὲρ στασέρα!
[Συνεχίζει ὡς: γάτα τσέπης, 6.]
~~~~~~~~~~~~~~~~
 
Μπροστὰ στὸν καθρέφτη:
- Ἔτσι μοὖρθε... .. νὰ τὸν γρατζουνίσω σήμερα! Τί galimatias* ἔλεγε κι' ἐγὼ καθόμουν καὶ κρυφάκουγα; (Λόγια ἄλλης γάτας κατὰ τύχην παραπλεύρως εὑρισκομένης).
~~
(*) Ἀρλοῦμπες.